Выбрать главу

«Καθεμία από εμάς έχει επιλεγεί λόγω των ικανοτήτων μας στην εξιχνίαση υπολειμμάτων, Μητέρα. Είμαστε καλύτερες από πολλές άλλες, αυτή είναι η αλήθεια». Άρα, δεν είχαν επιλεγεί απλώς και μόνο επειδή δεν ενδιαφερόταν κάποια ισχυρότερη. Αυτό κάτι έδειχνε. Σπάνια όσα έκαναν οι Άες Σεντάι ήταν τόσο απλά όσο φαίνονταν. Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην ήταν αναγκαίο να μάθει εκ νέου πράγματα που πίστευε ότι είχε μάθει ήδη. «Η Νισάιν είναι η καλύτερη απ’ όλες μας», συνέχισε η Ακαρίν. «Αν μου επιτρέπεις, Μητέρα, θα της παραχωρήσω τον λόγο».

Η Νισάιν ίσιωσε νευρικά τη σκούρα μάλλινη φούστα της και ξερόβηξε. Ήταν μια άχαρη Γκρίζα με θεληματικό πηγούνι κι εκπληκτικά γαλάζια μάτια. Δεν είχε ιδιαίτερη φήμη σε θέματα νόμων και συνθηκών, αλλά ήταν ολοφάνερα ανήσυχη που θα μιλούσε μπροστά στην Αίθουσα. Κοίταξε κατάματα την Εγκουέν με τον αέρα της γυναίκας που, στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούσε να παρευρίσκονται όλες οι Καθήμενες. «Δεδομένου του ποσοστού σαϊντάρ που χρησιμοποιήθηκε εδώ, Μητέρα, δεν είναι άξιον απορίας που τα υπολείμματα ήταν τόσο πυκνά όσο το χιόνι». Μια έντονη υποψία Μουραντιανής προφοράς διακρινόταν στα λεγόμενά της, κάτι σαν κυματιστός ήχος. «Παρ’ όλο που έχει περάσει αρκετός καιρός, θα έπρεπε να μπορώ να σχηματίσω μια ιδέα του τι υφάνθηκε, αρκεί να ήταν κάτι οικείο, αλλά δεν μπορώ. Κατάφερα να ιχνηλατήσω την ύφανση, Μητέρα, αλλά δεν βγαίνει απολύτως κανένα νόημα. Στην πραγματικότητα, μοιάζει τόσο ξένη, που δεν θα μπορούσε να...» Ξερόβηξε ξανά και ξεροκατάπιε, ενώ το πρόσωπό της χλόμιασε κάπως. «Δεν θα μπορούσε να υφανθεί από γυναίκα. Φυσικά, σκεφτήκαμε αμέσως ότι θα μπορούσαν να την έχουν υφάνει οι Αποδιωγμένοι, οπότε κάναμε δοκιμές για τυχόν αντηχήσεις». Μισογύρισε, για να δείξει τις συντρόφισσές της, κι επανήλθε απότομα. Ήταν ολοφάνερο πως προτιμούσε να κοιτάει την Εγκουέν παρά τις Καθήμενες, οι οποίες είχαν γείρει μπροστά και την παρακολουθούσαν γεμάτες ενδιαφέρον. «Αδυνατώ να αποφανθώ τι ακριβώς συνέβη, πέρα από το γεγονός της αφαίρεσης τριών μιλίων γης, ή με ποιον τρόπο συνέβη, αλλά το σίγουρο είναι ότι χρησιμοποιήθηκε σαϊντίν. Η αντήχηση ήταν τόσο ισχυρή, που θα έπρεπε να τη μυρίζουμε. Χρησιμοποιήθηκε πολύ περισσότερο σαϊντίν παρά σαϊντάρ. Αναλογικά, είναι σαν να συγκρίνεις το Όρος του Δράκοντα μ’ έναν λόφο. Μόνο αυτά έχω να πω, Μητέρα». Ένας περίεργος ήχος πλανήθηκε στο κιόσκι, ο ήχος από τις αδελφές που ξεφυσούσαν ανακουφισμένες, μια και τόση ώρα κρατούσαν τις ανάσες τους. Το ξεφύσημα της Σέριαμ ακούστηκε δυνατότερο απ’ όλα, ίσως επειδή βρισκόταν πιο κοντά.

Η Εγκουέν πάσχισε να κρατήσει γαλήνια την έκφρασή της. Οι Αποδιωγμένοι και μια ύφανση που μπορούσε να ξεσκίσει τη μισή Ταρ Βάλον. Αν η Μάλιντ πρότεινε φυγή, θα προσπαθούσε άραγε να αναγκάσει τις αδελφές να παραμείνουν στη θέση τους και να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο καταπρόσωπο; Θα εγκατέλειπε την Ταρ Βάλον, τον Πύργο και το Φως μόνο ήξερε πόσες δεκάδες χιλιάδες ζωές; «Έχει κάποια από εσάς άλλη ερώτηση;» ρώτησε.

«Εγώ», απάντησε η Ρομάντα με βραχνή φωνή. Διατηρούσε την ηρεμία της μέχρι κεραίας. «Αλλά δεν απευθύνεται στις συγκεκριμένες αδελφές. Αν καμία άλλη δεν έχει ερωτήσεις να τους απευθύνει, είμαι σίγουρη πως θα ήθελαν να αποχωρήσουν, παρά να εξακολουθούν να είναι αντικείμενο περιέργειας για ολόκληρη την Αίθουσα».

Δεν είχε ακριβώς τη δικαιοδοσία να προτείνει κάτι τέτοιο, αλλά επειδή ανήκε στην γκρίζα ζώνη, η Εγκουέν δεν έδωσε πολλή σημασία. Καμία γυναίκα δεν είχε να απευθύνει άλλες ερωτήσεις στην Ακαρίν και στις συντρόφισσες της, κι έτσι η Ρομάντα —παραδόξως— τις ευχαρίστησε θερμά για τις προσπάθειές τους, αν κι ούτε γι’ αυτό είχε την ανάλογη δικαιοδοσία.

«Πού θέλεις να απευθύνεις την ερώτηση;» ρώτησε η Εγκουέν καθώς η Ακαρίν κι οι άλλες πέντε διασκορπίστηκαν για να ενωθούν με τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των αδελφών που συνωστίζονταν ανάμεσα στους όρθιους φανούς και στα μαγκάλια. Όπως είχε πει κι η Ρομάντα, ανυπομονούσαν να απομακρυνθούν από τα βλέμματα των παρισταμένων στην Αίθουσα, όμως από την άλλη επιθυμούσαν να ακούσουν και τα συμπεράσματα που είχαν βγάλει. Ήταν πολύ δύσκολο για την Εγκουέν να συγκρατήσει τη δριμύτητα στη φωνή της. Η Ρομάντα προσποιήθηκε ότι δεν είχε καταλάβει τίποτα, αλλά ίσως πράγματι να μην είχε καταλάβει.

«Στη Μόρια», είπε. «Υποψιαστήκαμε εξ αρχής τους Αποδιωγμένους. Ξέραμε πως, ό,τι κι αν είχε συμβεί, ήταν πανίσχυρο και μακρινό. Το μόνο που μάθαμε στην πραγματικότητα ήταν ο αφανισμός της Σαντάρ Λογκόθ και, κατά τη γνώμη μου, ο κόσμος είναι πολύ καλύτερος δίχως αυτή την καταβόθρα της Σκιάς». Κάρφωσε το βλέμμα της στη Γαλάζια Καθήμενη και την κοίταξε μ’ εκείνο το συνοφρύωμα που έκανε πολλές Άες Σεντάι να στριφογυρνούν νευρικά, σαν μαθητευόμενες. «Η ερώτηση μου είναι αυτή: Άλλαξε κάτι για εμάς;»