Η Φαϊζέλ αναπήδησε. «Τι προτείνεις, δηλαδή;» ρώτησε απαιτητικά και ξανακάθισε αμέσως, μην τυχόν και σκεφτόταν καμιά τους ότι στάθηκε όρθια σε ένδειξη υποστήριξης.
«Ζητώ να εκκενωθεί αμέσως η Αίθουσα!» είπε η Μάγκλα και σηκώθηκε κι αυτή. Ήταν Ιλιανή, όπως η Μόρια, κι η ταραχή ήταν έκδηλη στην προφορά της. «Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συζητηθεί παρά μόνο σε κλειστή συνεδρίαση της Αίθουσας». Μόλις αποτελείωσε τα λόγια της, κάθισε βιαστικά, αγριοκοιτάζοντας τριγύρω, με τους φαρδιούς της ώμους ριχτούς και τις παλάμες να ανοιγοκλείνουν πάνω στη φούστα της.
«Φοβάμαι πως είναι πολύ αργά γι’ αυτό», είπε η Μόρια με δυνατή φωνή. Ήταν αναγκαίο να μιλάει δυνατά, για να ακούγεται πάνω από τα μουρμουρητά των αδελφών, οι οποίες μιλούσαν γεμάτες αναστάτωση πίσω από τους πάγκους, σαν βόμβος τεράστιου μελισσιού. «Ό,τι ελέχθη, ελέχθη, κι ακούστηκε από πολλές αδελφές, οπότε δεν έχει νόημα να προσπαθήσει κάποια να αναιρέσει τα λεχθέντα». Το μπούστο της φούσκωσε καθώς πήρε μια βαθιά ανάσα κι ύψωσε τη φωνή της μια οκτάβα παραπάνω. «Θέτω στην Αίθουσα την πρόταση να προχωρήσουμε σε συμφωνία με τον Μαύρο Πύργο κι, εν ανάγκη, να φέρουμε κι άντρες στους κύκλους μας». Δεν ήταν να απορεί κανείς που η τελευταία πρόταση ακούστηκε κάπως πνιχτή. Ελάχιστες Άες Σεντάι θα έλεγαν κάτι τέτοιο δίχως την παραμικρή συναισθηματική φόρτιση, που θα εκδηλωνόταν είτε με τη μορφή σιχασιάς είτε γνήσιου μίσους. Η πρότασή της έπεσε σαν δυνατό χτύπημα πάνω στην οχλοβοή και το αποτέλεσμα ήταν απόλυτη σιωπή για ένα διάστημα που αναλογούσε σε τρία καρδιοχτύπια.
«Αυτό είναι τρέλα!» Η οξεία κραυγή της Σέριαμ διέλυσε την ακινησία με περισσότερους από έναν τρόπους. Η Τηρήτρια δεν είχε λάβει μέρος στις συζητήσεις της Αίθουσας. Δεν μπορούσε καν να εισέλθει στην Αίθουσα δίχως την Άμερλιν. Με πρόσωπο κατακόκκινο, η Σέριαμ ανασηκώθηκε, ίσως για να αντιμετωπίσει την αναπόφευκτη κατσάδα, ίσως για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ωστόσο, η Αίθουσα είχε να ασχοληθεί με πιο σημαντικά πράγματα από το να την κατσαδιάσει.
Οι Καθήμενες πετάχτηκαν όρθιες από τους πάγκους τους για να ακουστούν, αρχίζοντας να μιλούν και να φωνάζουν, υπερκαλύπτοντας συχνά η μία την άλλη.
«Η λέξη "τρέλα" δεν είναι αρκετή για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει!» ούρλιαζε η Φαϊζέλ, την ίδια στιγμή που η Βάριλιν κραύγαζε: «Πώς είναι δυνατόν να συμμαχήσουμε με άντρες ικανούς να διαβιβάσουν;»
«Αυτοί οι περιβόητοι Άσα’μαν είναι μιασμένοι!» ούρλιαξε η Σαρόγια, δίχως να δείχνει την παραμικρή αυτοσυγκράτηση, για την οποία τόσο κόμπαζε το Λευκό Άτζα. Με τα χέρια της να αδράχνουν σφιχτά το επώμιο της, έτρεμε τόσο πολύ, που τα μακριά λευκά κρόσσια τρεμούλιαζαν. «Μιασμένοι από το άγγιγμα του Σκοτεινού!»
«Και μόνο που προτείνουμε κάτι τέτοιο, είναι σαν να θέτουμε τους εαυτούς μας ενάντια σε όσα πρεσβεύει ο Λευκός Πύργος», είπε τραχιά η Τακίμα. «Θα καταντήσουμε η ντροπή κάθε γυναίκας που θεωρεί τον εαυτό της Άες Σεντάι και των Άες Σεντάι που από καιρό κείτονται στους τάφους τους!»
Η Μάγκλα τόλμησε να κουνήσει τη γροθιά της, κι η μανία της ήταν τέτοια που δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να την κρύψει. «Μόνο μια Σκοτεινόφιλη θα πρότεινε κάτι τέτοια! Μόνο μια Σκοτεινόφιλη!» Η Μόρια χλόμιασε με αυτή την κατηγόρια και κατόπιν αναψοκοκκίνισε από οργή.
Η Εγκουέν δεν είχε ιδέα με ποιού το μέρος ήταν. Ο Μαύρος Πύργος ήταν δημιούργημα του Ραντ, εξ ανάγκης ίσως, αν ήθελαν να έχουν μια ελπίδα να κερδίσουν την Τελευταία Μάχη, ωστόσο οι Άσα’μαν ήταν όντως άντρες με την ικανότητα της διαβίβασης, κάτι τρομακτικό εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, κι αυτό που διαβίβαζαν ήταν το μιασμένο από τη Σκιά σαϊντίν. Κι ο ίδιος ο Ραντ μπορούσε να διαβιβάσει, αλλά χωρίς αυτόν, η Σκιά θα νικούσε στην Τάρμον Γκάι’ντον. Το Φως να τη βοηθούσε που τα έβλεπε όλα τόσο ψυχρά, αλλά αυτή ήταν η πικρή, μαύρη αλήθεια. Ό,τι και να έκανε, τα πράγματα αργά ή γρήγορα ξέφευγαν από κάθε έλεγχο. Η Εσκαράλντε αντάλλασσε βρισιές με τη Φαϊζέλ, ενώ κι οι δυο τους είχαν ξελαρυγγιαστεί. Βρισιές μέσα στην Αίθουσα! Η Σαρόγια, εγκαταλείποντας τα τελευταία ίχνη παγερότητας του Λευκού Άτζα, ούρλιαζε στη Μάλιντ, η οποία, δίχως να περιμένει, ανταπέδιδε τα ουρλιαχτά. Θα ήταν άξιον απορίας αν καταλάβαινε η μία την άλλη, αλλά ίσως να ήταν κι ευλογία που δεν συνέβαινε αυτό. Παραδόξως, ούτε η Ρομάντα ούτε η Λελαίν είχαν ανοίξει τα στόματα τους. Κοιτούσαν η μία την άλλη χωρίς να βλεφαρίζουν. Το πιθανότερο ήταν πως η καθεμία πάσχιζε να καταλάβει τι θέση θα έπαιρνε η άλλη, έτσι ώστε να κάνει το αντίθετο. Η Μάγκλα κατέβηκε από τον πάγκο της κι άρχισε να βαδίζει με μεγάλες δρασκελιές προς το μέρος της Μόρια, ενώ το εξαγριωμένο της βλέμμα δήλωνε πως ήταν έτοιμη να δείρει, να περάσει από τα λόγια στις γροθιές, τις οποίες ήδη κρατούσε σφιγμένες στα πλευρά της. Το επώμιο με τις παραστάσεις από περικοκλάδες γλίστρησε στο χαλί, χωρίς να το προσέξει καμιά τους.