Η Εγκουέν ανασηκώθηκε κι αγκάλιασε την Πηγή. Εκτός από συγκεκριμένες κι επακριβώς προσδιορισμένες λειτουργίες, η διαβίβαση απαγορευόταν στην Αίθουσα —άλλο ένα έθιμο που είχε τις ρίζες του στις σκοτεινότερες μέρες της ιστορίας της Αίθουσας— αλλά η Εγκουέν έφτιαξε μια απλή ύφανση από Αέρα και Φωτιά. «Η πρόταση τέθηκε ενώπιον της Αίθουσας», είπε, απελευθερώνοντας το σαϊντάρ. Δεν της φάνηκε τόσο δύσκολο όσο κάποτε. Όχι ότι ήταν εύκολο, αλλά σίγουρα δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα. Στο μυαλό της παρέμενε μια γλυκιά ανάμνηση της Δύναμης, αρκετή για να τη στηρίξει έως την επόμενη φορά.
Διογκωμένα από την ύφανση, τα λόγια της αντήχησαν σαν υπόκωφη βροντή μέσα στο κιόσκι. Οι Άες Σεντάι παραπάτησαν και, μορφάζοντας, κάλυψαν τα αυτιά τους. Η σιωπή που ακολούθησε φάνταζε εξαιρετικά έντονη. Η Μάγκλα την κοίταξε εμβρόντητη, με ανοικτό το στόμα, και ξαφνιάστηκε μόλις συνειδητοποίησε ότι είχε καλύψει τον μισό δρόμο μέχρι τους πάγκους των Γαλάζιων. Χαλάρωσε βιαστικά τις γροθιές της, σταμάτησε να σηκώσει από κάτω το επώμιο, και κατευθύνθηκε γοργά πίσω, στο κάθισμά της. Η Σέριαμ δεν προσπάθησε να κρύψει το κλάμα της — αρκετά σιγανό, είναι η αλήθεια.
«Η πρόταση τέθηκε ενώπιον της Αίθουσας», επανέλαβε η Εγκουέν μέσα στη σιωπή. Ύστερα από αυτή τη μεγεθυμένη από τη Δύναμη στριγκλιά, η φωνή της αντήχησε στα ίδια της τα αυτιά. Ίσως, τελικά, να ήταν πράγματι δυνατότερη απ’ όσο νόμιζε. Η συγκεκριμένη ύφανση δεν είχε σχεδιαστεί για εσωτερική χρήση, έστω κι αν επρόκειτο για μπαλωμένα τοιχώματα από καναβάτσο. «Και πώς σκοπεύεις να υποστηρίξεις μια συμμαχία με τον Μαύρο Πύργο, Μόρια;» Κάθισε κάτω με το που τελείωσε την πρότασή της. Πώς έπρεπε να αντιδράσει σ’ αυτό; Ποιες δυσκολίες θα παρουσίαζε και πώς μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει προς όφελός της; Πράγματι, θα χρειαζόταν τη βοήθεια του Φωτός. Αυτά ήταν τα πρώτα δύο πράγματα που ήρθαν στο μυαλό της. Μακάρι τα δάκρυα να στέγνωναν από το πρόσωπο της Σέριαμ και να όρθωνε το ανάστημά της. Ήταν η Έδρα της Άμερλιν κι αυτό που χρειαζόταν ήταν μια Τηρήτρια, όχι μια δειλή.
Χρειάστηκαν μερικά λεπτά για να αποκατασταθεί η τάξη, με τις Καθήμενες να ισιώνουν τα ρούχα και τις φούστες τους, αν και δεν ήταν αναγκαίο, αποφεύγοντας να κοιτάζονται κατάματα κι ειδικά να ρίχνουν ματιές προς τις αδελφές που τις παρακολουθούσαν στριμωγμένες πίσω από τους πάγκους. Τα πρόσωπα μερικών Καθημένων είχαν πορφυρές κηλίδες που δεν είχαν καμία σχέση με θυμό. Οι Καθήμενες απέφευγαν να φωνασκούν η μία στην άλλη σαν αγρότες που κουρεύουν πρόβατα. Αυτό ίσχυε για τις περισσότερες, ειδικά παρουσία άλλων αδελφών.
«Θα έρθουμε αντιμέτωπες με δύο, φαινομενικά, αξεπέραστες δυσκολίες», είπε τελικά η Μόρια. Η φωνή της ήταν και πάλι συγκρατημένη και ψυχρή, αλλά στα μάγουλά της υπήρχε ακόμα μια κόκκινη χροιά. «Οι Αποδιωγμένοι ανακάλυψαν ένα όπλο —το "ανακάλυψαν" ή το "αποκάλυψαν"· αν υπήρχε στην κατοχή τους, σίγουρα θα το είχαν χρησιμοποιήσει ήδη— ένα όπλο στο οποίο δεν έχουμε καμία άμυνα να αντιτάξουμε. Ένα όπλο απέναντι στο οποίο δεν έχουμε να αντιτάξουμε τίποτα, αν και το Φως μόνο ξέρει πόσο θα το επιθυμούσαμε. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι πρόκειται για ένα όπλο από το οποίο δεν θα επιβιώσουμε, ούτε μπορούμε να σταματήσουμε. Ταυτόχρονα, οι... Άσα’μαν... αυξάνονται σαν τα ζιζάνια. Αξιόπιστες αναφορές μιλούν για αριθμούς που αγγίζουν σχεδόν εκείνους των εν ζωή Άες Σεντάι. Όσο διογκωμένα κι αν είναι αυτά τα νούμερα, δεν μπορεί να είναι σε υπερβολικό βαθμό. Κάθε μέρα, έρχονται όλο και περισσότεροι άντρες. Οι κατάσκοποι είναι συνεπέστατοι στη δουλειά τους, οπότε δεν υπάρχει λόγος αμφισβήτησης. Θα έπρεπε, φυσικά, να έχουμε πάρει αυτούς τους άντρες και να τους έχουμε ειρηνέψει, αλλά τους αγνοήσαμε εξαιτίας του Αναγεννημένου Δράκοντα. Τους βάλαμε στην άκρη, για να ασχοληθούμε μαζί τους αργότερα. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ίσως είναι πολύ αργά πλέον για να προσπαθήσουμε να τους ανακτήσουμε. Είναι πολλοί. Ίσως να ήταν ήδη αργά όταν πρωτομάθαμε αυτό που έκαναν.
»Αν, όμως, είναι αδύνατον πλέον να ειρηνέψουμε αυτούς τους άντρες, θα πρέπει να τους ελέγξουμε κάπως. Μια συμφωνία με τον Μαύρο Πύργο —η λέξη συμμαχία παραείναι βαριά— μια προσεκτικά διατυπωμένη συμφωνία, θα μας δώσει τη δυνατότητα να κάνουμε τα πρώτα βήματα για την προστασία του κόσμου από αυτούς. Επιπλέον, έτσι θα μπορέσουμε να τους φέρουμε στους κύκλους μας». Η Μόρια ανασήκωσε προειδοποιητικά το δάχτυλό της και διέτρεξε με το βλέμμα της τους πάγκους, αλλά η φωνή της παρέμεινε ψυχρή, συγκρατημένη και σταθερή. «Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι μια αδελφή κατορθώνει πάντα να συγχωνεύει τις ροές —δεν προτείνω σε καμία περίπτωση να παραχωρήσουμε σ’ έναν άντρα τον έλεγχο του συνδεδεμένου κύκλου!— αλλά, έχοντας άντρες στους κύκλους, μπορούμε να τους επεκτείνουμε. Με τις ευλογίες του Φωτός, ίσως κατορθώσουμε να επεκτείνουμε αρκετά τους κύκλους, έτσι ώστε να αποκρούσουμε το όπλο των Αποδιωγμένων. Μ’ ένα σμπάρο, δύο τρυγόνια. Μόνο που αυτά τα τρυγόνια μπορεί να είναι λιοντάρια, και χωρίς το σμπάρο, το ένα από αυτά σίγουρα θα μας κατασπαράξει. Είναι απλό».