Выбрать главу

Οι Καθήμενες του ιδίου Άτζα αλληλοϋποστηρίζονταν μόνο υπό την έννοια ότι δεν είχαν ανοιχτή αντιπαράθεση, ενώ ούτε δύο Άτζα δεν βρέθηκαν να συμφωνούν μεταξύ τους σε κάτι παραπάνω από την αποστολή πρεσβείας στον Μαύρο Πύργο, παρ’ όλο που υπήρχαν έντονες αμφιβολίες για το αν τελικά θα αποκαλούνταν «πρεσβεία», ακόμα κι από εκείνες που είχαν ταχθεί αρχικά υπέρ. Η ίδια η Μόρια έκανε πίσω σ’ αυτή την ιδέα.

Η Εγκουέν δεν ήταν η μόνη που έβρισκε κουραστικές όλες αυτές τις αντιπαραθέσεις, με τα διάφορα ζητήματα να αναλύονται σε τέτοιο βάθος, ώστε τελικά δεν έμενε τίποτα κι έπρεπε να ξεκινήσουν από την αρχή. Οι αδελφές σηκώθηκαν από τους πάγκους κι άρχισαν να φεύγουν. Αντικαταστάθηκαν από άλλες, οι οποίες επίσης έφυγαν ύστερα από μερικές ώρες. Μέχρι ν’ αρχίσει η Σέριαμ να προφέρει το τελετουργικό «Αναχωρήστε με την ευλογία του Φωτός», η νύχτα είχε πέσει κι, εκτός από την Εγκουέν και τις Καθήμενες, μόνο λίγες δεκάδες αδελφές παρέμεναν, αρκετές εκ των οποίων έδειχναν έντονα σημάδια κατάπτωσης, μοιάζοντας με μουσκεμένα σεντόνια που είχαν περαστεί από μάγγανο. Επιπλέον, δεν είχε αποφασιστεί τίποτα πέρα από το ότι ήταν αναγκαίες κι άλλες συζητήσεις πριν αποφασιστεί κάτι.

Έξω, μια ωχρή ημισέληνος κρεμόταν στον βελουδένιο μαύρο ουρανό, που ήταν κατάστικτος από λαμπερά άστρα, ενώ το κρύο ήταν τσουχτερό. Με την ανάσα της να βγαίνει σαν κατσαρή χλωμή ομίχλη μες στο σκοτάδι, η Εγκουέν απομακρύνθηκε από την Αίθουσα χαμογελώντας, καθώς άκουγε τις Καθήμενες να σκορπίζουν συνεχίζοντας τις αντιπαραθέσεις τους. Η Ρομάντα με τη Λελαίν βάδιζαν παρέα, αλλά η καμπανιστή και διαπεραστική φωνή της Κίτρινης αδελφής κόντευε να γίνει κραυγή, ενώ και της Γαλάζιας δεν απείχε ιδιαίτερα. Συνήθως, διαφωνούσαν όταν αναγκάζονταν να ανεχτούν η μία την άλλη, αλλά τώρα ήταν η πρώτη φορά που η Εγκουέν τις έβλεπε να διαλέγουν να το κάνουν χωρίς να είναι αναγκαίο. Η Σέριαμ —με μισή καρδιά, η αλήθεια είναι— είχε προσφερθεί να προσκομίσει τις αναφορές σχετικά με τις επισκευές των αμαξών και τα αποθέματα ζωοτροφών που της είχε ζητήσει το ίδιο πρωί, αλλά η γυναίκα με το εξουθενωμένο βλέμμα δεν έκρυψε την ανακούφισή της όταν η Εγκουέν τής έδωσε το ελεύθερο να πάει για ύπνο. Με μια βιαστική υπόκλιση, απομακρύνθηκε γοργά μέσα στη νύχτα, κρατώντας σφιχτά τον μανδύα γύρω από το κορμί της. Οι περισσότερες σκηνές ήταν πλέον σκοτεινές, σκιές στο σεληνόφως. Ελάχιστες αδελφές παρέμεναν ξύπνιες αφότου έπεφτε η νύχτα, καθότι οι φανοί λαδιού και τα κεριά δεν αφθονούσαν.

Για μια στιγμή, η καθυστέρηση ήρθε γάντι στην Εγκουέν, αλλά δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος που χαμογελούσε. Μέσα σε όλες αυτές τις διαφωνίες και τις αντιπαραθέσεις, ο πονοκέφαλός της είχε εξαφανιστεί εντελώς. Δεν θα είχε καμιά δυσκολία να κοιμηθεί απόψε. Η Χάλιμα, βέβαια, ανέκαθεν την ανακούφιζε, αλλά έπειτα από τις μαλάξεις που έκανε στους κροτάφους της, τα όνειρα της Εγκουέν ήταν συνήθως άσχημα. Ούτως ή άλλως, ελάχιστα από τα όνειρά της ήταν ανάλαφρα, όμως ετούτα εδώ ήταν πιο σκοτεινά από άλλα και, παραδόξως, δεν θυμόταν τίποτα εκτός από το γεγονός ότι ήταν όντως σκοτεινά και δυσάρεστα. Αναμφίβολα, είχαν τις ρίζες τους σε κάποια υπολείμματα πόνου που έμεναν ανέγγιχτα από τα δάχτυλα της Χάλιμα. Ωστόσο, το τελευταίο της όνειρο ήταν ανησυχητικό από μόνο του. Είχε διδαχτεί να θυμάται κάθε της όνειρο. Ήταν αναγκαίο. Πάντως, δίχως τον ενοχλητικό πονοκέφαλο, λογικά δεν θα είχε πρόβλημα, και το να ονειρευτεί ήταν το λιγότερο απ’ όσα έπρεπε να κάνει.

Όπως η Αίθουσα και το γραφείο, η σκηνή της βρισκόταν σ’ ένα μικρό ξέφωτο, με το ιδιωτικό ξύλινο μονοπάτι και τις πλησιέστερες σκηνές αρκετά μέτρα μακριά, έτσι ώστε η Άμερλιν να έχει την αίσθηση της απομόνωσης. Έτσι, τουλάχιστον, δικαιολογούνταν αυτή η αραίωση, κάτι που μπορεί να ήταν αλήθεια. Η Εγκουέν αλ’Βέρ δεν ήταν πλέον καμιά άσχετη. Η σκηνή δεν ήταν μεγάλη, κάπου τέσσερα πόδια μήκος, και το εσωτερικό της καταλαμβανόταν από τέσσερα μπρούντζινα κιβώτια γεμάτα ρούχα, στοιβαγμένα σ’ έναν πάνινο τοίχο, δύο ράντζο κι ένα μικρό στρογγυλό τραπεζάκι, ένα μπρούντζινο μαγκάλι, έναν νιπτήρα, έναν όρθιο καθρέφτη κι ένα από τα λίγα γνήσια καθίσματα του καταυλισμού. Ήταν ένα απλό κομμάτι ξύλο με απέριττο σκάλισμα. Καταλάμβανε κάμποσο χώρο, αλλά ήταν πολύ άνετο κι αποτελούσε μεγάλη πολυτέλεια όταν η Εγκουέν επιθυμούσε να κάτσει κάπου αναπαυτικά και να διαβάσει. Όταν, δηλαδή, είχε ελεύθερο χρόνο να διαβάσει κάτι για την προσωπική της ευχαρίστηση. Το δεύτερο ράντζο ανήκε στη Χάλιμα κι έκανε εντύπωση στην Εγκουέν που η γυναίκα δεν βρισκόταν ήδη εκεί να την περιμένει. Ωστόσο, η σκηνή δεν ήταν άδεια.