Выбрать главу

«Μόνο ψωμί έφαγες για πρωινό, Μητέρα», είπε η Τσέσα με μια ελαφριά κατηγόρια στη φωνή της καθώς η Εγκουέν έσκυβε, για να περάσει μέσα από την υφασμάτινη είσοδο. Η υπηρέτρια της Εγκουέν φάνταζε σχεδόν εύσωμη με το απλό γκρίζο φόρεμά της, έτσι καθόταν στο σκαμνί της σκηνής μαντάροντας κάλτσες στο φως ενός λαδοφάναρου. Ήταν αρκετά χαριτωμένη γυναίκα, δίχως γκριζάδα στα μαλλιά, αν και μερικές φορές έδινε την εντύπωση ότι βρισκόταν ανέκαθεν στη δούλεψη της Εγκουέν, κι όχι από το Σαλιντάρ κι ύστερα. Απολάμβανε όλες τις ελευθερίες της υπηρέτριας που βρίσκεται στη δούλεψη κάποιου εδώ και καιρό, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να μαλώνει την κυρά της. «Απ’ όσο ξέρω, το μεσημέρι δεν έβαλες μπουκιά στο στόμα σου», συνέχισε, κρατώντας ψηλά μια μεταξένια κάλτσα, λευκή σαν το χιόνι, για να εξετάσει το μπάλωμα που έκανε στη φτέρνα, «και το βραδινό σου κρύωσε στο τραπέζι εδώ και τουλάχιστον μία ώρα. Όχι ότι με ρώτησε κανείς, αλλά αν με ρωτούσε, θ’ απαντούσα ότι αυτοί οι πονοκέφαλοι οφείλονται στην αφαγία. Είσαι πετσί και κόκαλο».

Με αυτά τα λόγια, άφησε την κάλτσα στο καλάθι με τα ραπτικά και σηκώθηκε να πάρει τον μανδύα της Εγκουέν και να αναφωνήσει ότι η κυρά της είχε ξεπαγιάσει, άλλη μία αιτία για πονοκεφάλους κατά την άποψή της. Οι Άες Σεντάι μπορεί να τριγυρνούσαν αγνοώντας την παγωνιά ή τον καύσωνα, αλλά το σώμα πάντα γνώριζε καλύτερα. Καλύτερα να τυλιγόταν στα ζεστά και να φορούσε μια κόκκινη καμιζόλα, καθώς ήταν γνωστό τοις πάσι ότι το κόκκινο χρώμα εξασφάλιζε περισσότερη ζέστη. Η πρόσληψη τροφής θα βοηθούσε επίσης πολύ. Είναι γνωστό ότι με άδεια κοιλιά τουρτουρίζεις, κάτι που δεν θα ήθελε, έτσι δεν είναι;

«Σ’ ευχαριστώ, μητέρα», είπε η Εγκουέν, κάνοντας την άλλη γυναίκα να γελάσει ρουθουνίζοντας και να την κοιτάξει ξαφνιασμένη. Παρά τις ελευθερίες της, η Τσέσα ήταν τόσο σχολαστική με την ευπρέπεια, ώστε, συγκριτικά, η Αλέντριν φάνταζε αμελής, τόσο στον ενθουσιασμό όσο και στην κατά γράμμα τήρηση των κανόνων. «Απόψε δεν έχω πονοκέφαλο, χάρις στο τσάι που μου έφτιαξες». Ναι, ίσως το τσάι είχε παίξει ρόλο. Είχε αηδιαστική γεύση, σαν φάρμακο, αλλά δεν ήταν χειρότερο από το να παρευρίσκεσαι σε συνεδρίαση της Αίθουσας περισσότερο από μισή μέρα. «Η αλήθεια είναι ότι δεν πεινάω πολύ. Ένα ρολό μού αρκεί».

Τα πράγματα, βέβαια, δεν ήταν τόσο απλά. Άλλωστε, οι σχέσεις μεταξύ κυράς κι υπηρέτριας ποτέ δεν ήταν απλές. Επρόκειτο για δύο γυναίκες που, ουσιαστικά, διήγαν κοινό βίο, κι η υπηρέτρια έβλεπε τις χειρότερες όψεις του εαυτού της, τα λάθη της, γνωρίζοντας τέλεια τα αδύνατα σημεία της. Ήταν αδύνατον να απομονωθείς από την υπηρέτριά σου. Η Τσέσα μουρμούριζε και γκρίνιαζε μέσα από τα δόντια της όση ώρα ξέντυνε την Εγκουέν, και στο τέλος, τυλιγμένη με μια ρόμπα —από πορφυρό μετάξι, φυσικά, που στις άκρες είχε μια αφρώδη Μουραντιανή δαντέλα κι ήταν κεντητό με καλοκαιρινά άνθη, δώρο της Ανάγια— η Εγκουέν την άφησε να ΐραβήξει το λινό ύφασμα που κάλυπτε τον δίσκο στο μικρό στρογγυλό τραπεζάκι.

Οι βραστές φακές είχαν μεταβληθεί σε μια συμπαγή μάζα μέσα στη γαβάθα, αλλά μια μικρής έκτασης διαβίβαση διόρθωσε την κατάσταση, και με την πρώτη κουταλιά η Εγκουέν αντιλήφθηκε πως, τελικά, μάλλον πεινούσε. Δεν άφησε ψίχουλο, καταβροχθίζοντας τόσο το λευκό τυρί με τις μπλε νευρώσεις, όσο και τις ελαφρώς ζαρωμένες ελιές, καθώς και τα δύο καφετιά, ξεροψημένα ρολά ψωμιού, αν και χρειάστηκε να αφαιρέσει πρώτα τις σιταρόψειρες. Μια και δεν επιθυμούσε να πέσει για ύπνο τόσο νωρίς, ήπιε μονάχα μια κούπα αρωματισμένο κρασί, το οποίο χρειαζόταν ζέσταμα κι ήταν κάπως πικρό, αλλά η Τσέσα έλαμπε από χαρά, λες κι ήταν αυτή που καταβρόχθισε τα πάντα στον δίσκο. Η Εγκουέν έριξε μια ματιά στα σερβίτσια, άδεια εκτός από τα κουκούτσια των ελιών και μερικά ψίχουλα, και συνειδητοποίησε ότι η υπηρέτριά της είχε δίκιο.

Μόλις βρέθηκε ξαπλωμένη στο στενό της ράντζο, με δύο μαλακές μάλλινες κουβέρτες κι ένα κασκόλ από χήνα τραβηγμένο έως το πηγούνι της, η Τσέσα πήρε τον δίσκο με το φαγητό, αλλά σταμάτησε στην είσοδο της σκηνής. «Θέλεις να ξανάρθω, Μητέρα; Αν σε πιάσει πονοκέφαλος... Μάλλον εκείνη η γυναίκα βρήκε άλλη συντροφιά, ειδάλλως θα είχε έρθει». Πρόφερε τη λέξη «εκείνη» με φανερή περιφρόνηση. «Θα μπορούσα να σου ετοιμάσω άλλη μία κούπα τσάι. Το αγόρασα από έναν μικροπωλητή, ο οποίος με διαβεβαίωσε ότι είναι πολύ καλό γιατρικό για πονοκεφάλους, όπως επίσης για αρθριτικά και στομαχικές διαταραχές».