«Πραγματικά πιστεύεις πως είναι ελευθερίων ηθών, Τσέσα;» μουρμούρισε η Εγκουέν. Ένιωθε νύστα έτσι όπως ήταν κουκουλωμένη κάτω από τα σκεπάσματά της. Ήθελε να κοιμηθεί, αλλά όχι ακόμα. Για πονοκεφάλους και αρθριτικά και στομαχικές διαταραχές; Αν το άκουγε η Νυνάβε, θα έσκαγε στα γέλια. Ίσως, τελικά, η αιτία που της είχε περάσει ο πονοκέφαλος να ήταν όλες εκείνες οι φλυαρίες των Καθημένων. «Ναι, η Χάλιμα συνηθίζει να φλερτάρει, αλλά δεν νομίζω ότι προχωράει παραπέρα».
Για μια στιγμή, η Τσέσα παρέμεινε σιωπηλή, σουφρώνοντας τα χείλη της. «Με κάνει να νιώθω κάπως... άβολα, Μητέρα», είπε τελικά. «Κάτι δεν πάει καλά με αυτή τη Χάλιμα. Το νιώθω κάθε φορά που τριγυρνάει εδώ. Είναι σαν να με παρακολουθεί κάποιος χωρίς να τον βλέπω, λες και κάποιος άντρας κρυφοκοιτάζει ενώ κάνω μπάνιο, ή...» Γέλασε, αν και κάπως αμήχανα. «Δεν έχω ιδέα πώς να το περιγράψω. Απλώς, κάτι δεν πάει καλά».
Η Εγκουέν αναστέναξε και κουλουριάστηκε βαθύτερα μέσα στα σκεπάσματα. «Καληνύχτα, Τσέσα». Διαβίβασε για ένα δευτερόλεπτο, ίσα-ίσα για να σβήσει τον φανό, και στη σκηνή επικράτησε πίσσα σκοτάδι. «Απόψε να κοιμηθείς στο κρεβάτι σου». Η Χάλιμα μπορεί να αναστατωνόταν αν ερχόταν κι έβρισκε κάποιον άλλον στο ράντζο της. Άραγε, όντως αυτή η γυναίκα είχε σπάσει το χέρι ενός άντρα; Το πιθανότερο ήταν να την είχε παρενοχλήσει με κάποιον τρόπο.
Ήθελε να ονειρευτεί απόψε, να έχει γαλήνια όνειρα —όνειρα που, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να ανακαλέσει, αφού για ελάχιστα εξ αυτών θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ήταν αδιατάραχτα— αλλά, πρώτα απ’ όλα, έπρεπε να μπει σε ένα άλλο είδος ονείρου, και για να γίνει κάτι τέτοιο, ήταν απαραίτητο πρώτα να την πάρει για τα καλά ο ύπνος. Πάντως, δεν είχε ανάγκη κάποιο από τα τερ’ανγκριάλ που με τόση προσήλωση φύλαγε η Αίθουσα. Το να βυθιστεί σε μια ελαφριά έκσταση δεν ήταν δυσκολότερο από το να το πάρει απόφαση, ειδικά έτσι κουρασμένη που ήταν, και...
...ασώματη, αιωρήθηκε στο ατέρμονο σκοτάδι, κυκλωμένη από μια ατελείωτη θάλασσα φωτός, μια πελώρια δίνη από μικροσκοπικές κουκκίδες που λαμπύριζαν πιο έντονα κι από άστρα σε αφέγγαρο στερέωμα, και που ξεπερνούσαν σε αριθμούς και τα ίδια τα άστρα. Τέτοια ήταν τα όνειρα των ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο, των ανθρώπων σε όλους τους κόσμους που υπήρξαν ή που θα υπάρξουν, σε κόσμους τόσο παράξενους, που δυσκολευόταν να τους κατανοήσει, ορατούς μονάχα στο μικρό κενό ανάμεσα στον Τελ’αράν’ριοντ και στον κόσμο της εγρήγορσης, το άπειρο διάστημα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στα όνειρα. Κάποια από αυτά τα όνειρα τα αναγνώριζε αμέσως. Όλα έμοιαζαν ίδια, αλλά μπορούσε να τα ξεχωρίσει όπως τα πρόσωπα των αδελφών της. Κάποια άλλα τα απέφευγε. Τα όνειρα του Ραντ ήταν πάντα θωρακισμένα, κι αν προσπαθούσε να κρυφοκοιτάξει, φοβόταν πως εκείνος θα το έπαιρνε είδηση. Ούτως η άλλως, η θωράκιση θα την εμπόδιζε να δει οτιδήποτε. Κρίμα που δεν μπορούσε να εντοπίσει κάποιον βάσει των ονείρων του. Στο επίπεδο αυτό, δύο κουκίδες φωτός μπορεί να βρίσκονταν πλάι-πλάι κι οι ονειρευόμενοι να χωρίζονταν από μια απόσταση χιλίων μιλίων. Τα όνειρα του Γκάγουιν την τσίγκλησαν και το έσκασε. Τα όνειρά του έκρυβαν κινδύνους, περισσότερο επειδή ένα κομμάτι του εαυτού της επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο να βυθιστεί μέσα τους. Τα όνειρα της Νυνάβε τής έκοψαν τη φόρα, καθώς και την επιθυμία να ενσωματώσει τον φόβο του Φωτός σ’ αυτή την ανόητη γυναίκα, αλλά η Νυνάβε είχε καταφέρει μέχρι στιγμής να την αγνοήσει, κι η Εγκουέν δεν μπορούσε να την τραβήξει με το ζόρι κι ενάντια στη θέλησή της στον Τελ’αράν’ριοντ, κάτι που συνήθιζαν να κάνουν οι Αποδιωγμένοι. Ωστόσο, ήταν πειρασμός.
Κινούμενη χωρίς να κινείται, έψαξε να βρει μια συγκεκριμένη ονειρευόμενη ή, τουλάχιστον, μία από τις δύο που ήταν κατάλληλες για να κάνει τη δουλειά της. Τα φώτα έμοιαζαν να στριφογυρίζουν γύρω της, να την προσπερνούν τόσο γρήγορα, που γίνονταν μια θολή λωρίδα, ενώ η ίδια έπλεε ακίνητη στη αστρική θάλασσα. Ήλπιζε πως, τουλάχιστον, η μία από αυτούς που έψαχνε να είχε πέσει για ύπνο. Άλλωστε, το Φως μόνο ήξερε πόσο αργά ήταν πια. Έχοντας μια αόριστη εντύπωση του σώματός της στον κόσμο της εγρήγορσης, αισθάνθηκε τον εαυτό της να χασμουριέται και μάζεψε τα πόδια της κάτω από τα σκεπάσματα.
Λίγο αργότερα, πρόσεξε το φωτεινό σημάδι που αναζητούσε, το οποίο άρχισε να διογκώνεται στο οπτικό της πεδίο καθώς την πλησίαζε ορμητικά, από άστρο στον ουρανό σε ολόγιομο φεγγάρι και κατόπιν σε έναν απαστράπτοντα τοίχο που γέμισε το βλέμμα της, παλλόμενο σαν κάτι ζωντανό με αναπνοή. Δεν το άγγιξε, φυσικά· αυτό θα οδηγούσε σε πάσης φύσεως επιπλοκές, ακόμα και με τη συγκεκριμένη ονειρευόμενη. Επιπλέον, θα ένιωθε μάλλον αμήχανα αν γλιστρούσε τυχαία στο όνειρο κάποιου άλλου ανθρώπου. Απλώθηκε ηθελημένα κατά μήκος του τριχοειδούς χώρου που εκτεινόταν ανάμεσα στην ίδια και στο όνειρο, και μίλησε προσεκτικά, ώστε η φωνή της να μην ακουστεί σαν κραυγή. Δεν είχε ούτε σώμα ούτε στόμα, αλλά μίλησε.