Выбрать главу

ΗΛΑΙΗΝ, Η ΕΓΚΟΥΕΝ ΕΙΜΑΙ. ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΜΕ ΣΤΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ. Δεν πίστευε πως κρυφάκουγε κανείς χωρίς να το αντιλαμβάνεται η ίδια, μα δεν υπήρχε λόγος να ρισκάρει απερίσκεπτα.

Η φωτεινή κουκίδα τρεμόσβησε. Η Ηλαίην είχε ξυπνήσει, αλλά θα θυμόταν αυτό που άκουσε, ξέροντας ότι η φωνή δεν αποτελούσε μέρος του ονείρου.

Η Εγκουέν κινήθηκε... πλάγια. Ήταν περισσότερο σαν να ολοκλήρωνε ένα βήμα που είχε αφήσει μετέωρο, αν κι είχε την αίσθηση και των δύο κινήσεων. Κινήθηκε και...

...στάθηκε όρθια σ’ ένα μικρό δωμάτιο, άδειο εκτός από ένα χαραγμένο ξύλινο τραπέζι και τρία καθίσματα με ίσιες πλάτες. Τα δύο παράθυρα μαρτυρούσαν ότι έξω η νύχτα ήταν βαθιά, ωστόσο υπήρχε ένας παράξενος φωτισμός, διαφορετικός από το φως του φεγγαριού, των φανών ή του ήλιου. Δεν έμοιαζε να έρχεται από κάπου συγκεκριμένα. Απλώς υπήρχε κι ήταν κάτι παραπάνω από αρκετός για να διακρίνει ξεκάθαρα αυτό το άθλιο μικρό δωμάτιο. Τα σκονισμένα πλαίσια των τοίχων ήταν διάστικτα από σκαθάρια, ενώ τα σπασμένα τζάμια στα παράθυρα επέτρεπαν στο χιόνι να μπαίνει και να σωριάζεται πάνω σε έναν σωρό από κλαράκια και νεκρά φύλλα. Αν μη τι άλλο, έβλεπε πού και πού λίγο χιόνι και μερικά σκόρπια κλαράκια και φύλλα. Το τραπέζι κι οι καρέκλες ήταν άθικτες, αλλά όταν έστρεφε το βλέμμα της αλλού, το χιόνι μπορεί να είχε εξαφανιστεί μόλις ξανακοίταζε στην ίδια μεριά, ενώ τα κλαράκια και τα καφετιά φύλλα βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία, λες και τα είχε φυσήξει άνεμος. Μετακινούνταν ακόμα κι ενώ τα παρατηρούσε, πηγαίνοντας από δω κι από κει, πράγμα όχι πιο παράξενο από την αίσθηση αόρατων ματιών που την παρακολουθούσαν. Ωστόσο, δεν ήταν απολύτως αληθινό, απλώς έτσι λειτουργούσαν τα πράγματα στον Τελ’αράν’ριοντ. Μια ανάκατη αντανάκλαση πραγματικότητας κι ονείρου.

Αυτή η αίσθηση κενού υπήρχε παντού στον Κόσμο των Ονείρων, αλλά το δωμάτιο έδινε την εντύπωση της κούφιας κενότητας που συναντάς σε ένα μέρος εγκαταλελειμμένο οριστικά κι αμετάκλητα στον κόσμο της εγρήγορσης. Λίγους μήνες πριν, αυτό το μικρό δωμάτιο έπαιζε τον ρόλο του γραφείου της Άμερλιν, και το πανδοχείο στο οποίο ανήκε λεγόταν Μικρός Πύργος, στο χωριό Σαλιντάρ, ό,τι είχε σωθεί από το καταπατημένο δάσος που φούντωνε τριγύρω, η καρδιά της αντίστασης απέναντι στην Ελάιντα. Αν έκανε μια βόλτα έξω, θα έβλεπε δενδρύλλια να ξεπετάγονται από το χιόνι καταμεσής των δρόμων, που με τόση σχολαστικότητα είχαν καθαριστεί. Οι αδελφές εξακολουθούσαν να Ταξιδεύουν στο Σαλιντάρ για να επισκέπτονται τους περιστερώνες, καθότι ανησυχούσαν πολύ μην τυχόν και κάποιο περιστέρι που είχε σταλεί από τους κατασκόπους τους έπεφτε σε ξένα χέρια, αλλά μονάχα στον κόσμο της εγρήγορσης. Το να πάει κανείς στους περιστερώνες ενόσω βρίσκεται στον Τελ’αράν’ριοντ θα ήταν εξίσου άσκοπο με την ευχή να τον βρουν τυχαία τα περιστέρια. Φαίνεται πως τα εξημερωμένα πλάσματα δεν είχαν αντανάκλαση στον Κόσμο των Ονείρων, κι όσα συνέβαιναν εδώ, δεν είχαν καμία επίδραση στον κόσμο της εγρήγορσης. Οι αδελφές με πρόσβαση στο ονειρικό τερ’ανγκριάλ είχαν να πάνε και σε άλλα μέρη πέρα από το ερημωμένο χωριό της Αλτάρα, και το σίγουρο ήταν ότι κανείς δεν είχε λόγο να έρθει εδώ μέσω ονείρου. Ήταν από τα λίγα μέρη του κόσμου όπου η Εγκουέν είχε τη βεβαιότητα πως κανείς δεν θα την έπιανε στα πράσα. Σε άλλα μέρη, είχε αποδειχτεί ότι όλο και κάποιος κρυφάκουγε, κι επιπλέον απέπνεαν βαθύτατη μελαγχολία. Δεν είχε καμία όρεξη να δει τι είχαν απογίνει οι Δύο Ποταμοί από τότε που έφυγε.

Περιμένοντας να εμφανιστεί η Ηλαίην, προσπάθησε να καταλαγιάσει την ανυπομονησία της. Η Ηλαίην δεν ήταν ονειροβάτισσα, οπότε έπρεπε αναγκαστικά να χρησιμοποιήσει τερ’ανγκριάλ. Αναμφίβολα, θα ήθελε να αναφέρει στην Αβιέντα τον προορισμό της. Ωστόσο, καθώς περνούσαν τα λεπτά, η Εγκουέν άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω στο τραχύ σανιδένιο πάτωμα. Ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά εδώ. Μια ώρα στον Τελ’αράν’ριοντ ισοδυναμούσε με μερικά λεπτά στον κόσμο της εγρήγορσης, αλλά και το αντίστροφο. Η Ηλαίην μπορούσε να κινηθεί σαν τον άνεμο. Η Εγκουέν ήλεγξε το ντύσιμό της, ένα γκρίζο φόρεμα ιππασίας με περίτεχνα πράσινα κεντήματα στο μπούστο και φαρδιές λωρίδες στη σχιστή φούστα —μήπως, άραγε, σκεφτόταν συχνά το Πράσινο Άτζα;— καθώς και το απλό ασημένιο δίχτυ, με το οποίο είχε στερεώσει τα μαλλιά της. Σιγουρεύτηκε ότι το μακρόστενο επιτραχήλιο της Άμερλιν κρεμόταν από τον λαιμό της. Το εξαφάνισε και, μια στιγμή αργότερα, το επανεμφάνισε. Δεν το έκανε συνειδητά, απλώς το άφησε κατά κάποιον τρόπο να επανεμφανιστεί. Το επιτραχήλιο ήταν κομμάτι του τρόπου σκέψης της, οπότε ήταν αναγκαίο να μιλήσει στην Ηλαίην ως Άμερλιν.