Ωστόσο, η γυναίκα που εμφανίστηκε αστραπιαία στο δωμάτιο σαν να είχε έρθει από το πουθενά, δεν ήταν η Ηλαίην αλλά η Αβιέντα, ντυμένη παραδόξως με ένα μπλε μεταξωτό φόρεμα, κεντητό με ασήμι και με ωχρές δαντέλες στους καρπούς και τον λαιμό. Το βαρύ βραχιόλι από σμιλεμένο φίλντισι που φορούσε έμοιαζε εντελώς παράταιρο με το φόρεμά της, όπως επίσης και το ονειρικό τερ’ανγκριάλ που κρεμόταν από ένα δερμάτινο κορδόνι στον λαιμό της, ένας παράξενα συστραμμένος πέτρινος κρίκος, διάστικτος από χρώματα.
«Πού είναι η Ηλαίην;» ρώτησε ανήσυχα η Εγκουέν. «Είναι καλά;»
Η Αελίτισσα έριξε μια ξαφνιασμένη ματιά στον εαυτό της και ξαφνικά βρέθηκε ντυμένη με μια σκούρα ογκώδη φούστα και μια άσπρη μπλούζα, με μια σκούρα εσάρπα τυλιγμένη στους ώμους της κι ένα μαύρο μαντίλι διπλωμένο γύρω από τους κροτάφους της, για να συγκρατεί τα κοκκινωπά μαλλιά που κρέμονταν έως τη μέση της, πολύ μακρύτερα απ’ όσο στην κανονική ζωή, υποψιαζόταν η Εγκουέν. Όλα μεταβάλλονταν στον Κόσμο των Ονείρων. Γύρω από τον λαιμό της εμφανίστηκε ένα ασημένιο περιδέραιο, περίπλοκα νήματα από λεπτοδουλεμένους δίσκους που οι Καντορινοί αποκαλούσαν νιφάδες, δώρο της ίδιας της Εγκουέν πριν από πάρα πολύ καιρό. «Δεν κατάφερε να το κάνει να λειτουργήσει», απάντησε η Αβιέντα, και το φιλντισένιο βραχιόλι γλίστρησε μέχρι τον καρπό της καθώς άγγιξε τον συστραμμένο κρίκο που εξακολουθούσε να κρέμεται από το δερμάτινο κορδόνι, πάνω από το περιδέραιο. «Οι ροές τής ξεγλιστρούσαν συνέχεια. Μάλλον θα φταίνε τα μωρά». Ξαφνικά, μειδίασε, και τα σμαραγδένια της μάτια φάνηκαν να λάμπουν σχεδόν. «Καμιά φορά, την πιάνουν τόσο πολύ τα νεύρα της, που δεν θα το πίστευες. Πέταξε κάτω τον κρίκο κι άρχισε να χοροπηδάει επάνω του».
Η Εγκουέν ρουθούνισε. Μωρά; Άρα, ήταν πάνω από ένα. Παραδόξως, η Αβιέντα δεν έδειχνε διόλου ταραγμένη με την εγκυμοσύνη της Ηλαίην, παρ’ όλο που η Εγκουέν ήταν σίγουρη ότι η κοπέλα αγαπούσε τον Ραντ. Η Αελίτικη ψυχολογία ήταν, το λιγότερο, περίεργη, αλλά η Εγκουέν δεν θα πίστευε ποτέ κάτι τέτοιο για την Ηλαίην! Κι ο Ραντ! Κανείς δεν είχε ισχυριστεί ότι ήταν ο πατέρας, κάτι που δύσκολα μπορούσε να ρωτήσει κι η ίδια, αλλά ένας απλός υπολογισμός αρκούσε για να την κάνει να αμφιβάλλει πολύ αν η Ηλαίην είχε κοιμηθεί με άλλον άντρα. Αντιλήφθηκε ότι φορούσε χοντρά μάλλινα ρούχα, σκούρα και βαριά, και μια εσάρπα πολύ πιο φαρδιά από της Αβιέντα. Ωραίες φορεσιές των Δύο Ποταμών, του είδους που θα φορούσε μια γυναίκα για να παρευρεθεί στον Κύκλο των Γυναικών. Μόνο μια ανόητη θα έμενε έγκυος χωρίς την παραμικρή νύξη περί γάμου. Πήρε μια βαθιά ανάσα γεμάτη ανακούφιση και βρέθηκε ξανά να φοράει το κεντητό πράσινο φόρεμα ιππασίας. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν έμοιαζε καθόλου με τους Δύο Ποταμούς. Μα το Φως, το είχε μάθει πια αυτό. Όχι ότι της άρεσε, αλλά έπρεπε να το αποδεχτεί για το υπόλοιπο της ζωής της.
«Αρκεί να είναι καλά η ίδια και... τα μωρά...» Μα το Φως, πόσα ήταν; Ήδη, περισσότερα από ένα θα παρουσίαζαν δυσκολίες. Όχι, δεν θα ρωτούσε. Η Ηλαίην διέθετε σίγουρα την καλύτερη μαμή στο Κάεμλυν. Καλύτερα να άλλαζε θέμα γρήγορα. «Έχεις καθόλου νέα από τον Ραντ ή από τη Νυνάβε; Έχω να της πω κάποια πράγματα, αλλά εκείνη το έσκασε μαζί του».
«Δεν έχω νέα από κανέναν τους», αποκρίθηκε η Αβιέντα, σιάζοντας το επώμιό της προσεκτικά, όπως κάθε Άες Σεντάι, κι αποφεύγοντας να κοιτάξει κατάματα την Άμερλιν. Μήπως ο τόνος της έκρυβε κάποια επιφύλαξη;
Η Εγκουέν πλατάγισε τη γλώσσα της, εκνευρισμένη με τον εαυτό της. Πράγματι, είχε αρχίσει να βλέπει παντού συνωμοσίες και να γίνεται καχύποπτη για τα πάντα. Ο Ραντ κρυβόταν, αυτό ήταν κάτι παραπάνω από σίγουρο. Η δε Νυνάβε ήταν Άες Σεντάι, ελεύθερη να πράξει όπως επιθυμούσε. Ακόμα κι όταν τις πρόσταζε η Άμερλιν, οι Άες Σεντάι έβρισκαν τρόπο να κάνουν αυτό που ήθελαν. Ωστόσο, η Άμερλιν είχε σκοπό να προσγειώσει απότομα τη Νυνάβε αλ’Μεάρα από τη στιγμή που η τελευταία θα άπλωνε χέρι εναντίον της. Όσο για τον Ραντ... «Φοβάμαι πως σύντομα θα έχεις μπλεξίματα», είπε.
Μια φίνα ασημένια τσαγιέρα εμφανίστηκε στο τραπέζι, πάνω σε έναν δίσκο από σφυρήλατο σίδερο με δύο ντελικάτες πράσινες πορσελάνινες κούπες. Από το στόμιο της τσαγιέρας αναδυόταν μια λεπτή στήλη καπνού. Δεν ήταν δύσκολο να εμφανίσει το τσάι ήδη σερβιρισμένο στις κούπες, αλλά το σερβίρισμα αποτελούσε μέρος του τυπικού, έστω κι αν επρόκειτο για κάτι εφήμερο, τόσο απτό όσο κι ένα όνειρο. Θα μπορούσες κάλλιστα να πεθάνεις από δίψα, προσπαθώντας να πιεις όσα έβρισκες έτοιμα στον Τελ’αράν’ριοντ, πόσω μάλλον αυτά που έφτιαχνες, αλλά το συγκεκριμένο τσάι είχε μια γεύση λες και τα φύλλα προέρχονταν από καινούργιο κάδο κι η ποσότητα του μελιού ήταν η κατάλληλη. Η Εγκουέν κάθισε σε μια από τις καρέκλες κι άρχισε να ρουφάει γουλιά-γουλιά το τσάι της, εξηγώντας συγχρόνως τι είχε συμβεί στην Αίθουσα και γιατί.