Выбрать главу

Αφού ειπώθηκαν τα πρώτα λόγια, η Αβιέντα κράτησε το φλιτζάνι με τα ακροδάχτυλά της χωρίς να πιει, κι αφέθηκε να παρακολουθεί την Εγκουέν δίχως να ανοιγοκλείνει καν τα μάτια της. Η σκούρα της φούστα κι η ωχρή της μπλούζα μεταβλήθηκαν σε καντιν’σόρ, πανωφόρι και παντελόνι σε γκρίζο και καφέ που ξεθώριαζαν στις σκιές. Τα μακριά της μαλλιά κόντυναν ξαφνικά, κρυμμένα από ένα σούφα, ενώ το μαύρο βέλο κρεμόταν έως το στήθος της. Κάπως παράταιρο, το φιλντισένιο βραχιόλι εξακολουθούσε να κρέμεται από τον καρπό της, παρ’ όλο που οι Κόρες του Δόρατος δεν συνήθιζαν να φορούν χρυσαφικά.

«Κι όλα αυτά εξαιτίας της λάμψης που διαισθανθήκαμε», μουρμούρισε απευθυνόμενη πιότερο στον εαυτό της μόλις τελείωσε η Εγκουέν. «Επειδή πιστεύουν πως οι Σκοτεινόψυχοι έχουν στην κατοχή τους ένα όπλο». Το έθεσε κάπως παράξενα.

«Τι άλλο μπορεί να είναι;» ρώτησε παραξενεμένη η Εγκουέν. «Μήπως ανέφερε κάτι κάποια απ’ τις Σοφές;» Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που θεωρούσε τις Άες Σεντάι ως παντογνώστριες, κι υπήρχαν φορές που μια Σοφή αποκάλυπτε πληροφορίες που θα ξάφνιαζαν ακόμα και την πιο ασυγκίνητη αδελφή.

Η Αβιέντα συνοφρυώθηκε κι ο ρουχισμός της άλλαξε και πάλι στη φούστα, την μπλούζα και το επώμιο που φορούσε προηγουμένως και, μια στιγμή αργότερα, στο μπλε μεταξωτό και τη δαντέλα, αυτή τη φορά μαζί με το Καντορινό περιδέραιο και το φιλντισένιο βραχιόλι. Ο ονειρικός κρίκος, φυσικά, παρέμεινε δεμένος στο κορδόνι. Μια εσάρπα εμφανίστηκε γύρω στους ώμους της. Το δωμάτιο ήταν παγερό σαν τον χειμώνα, κι αυτό το λεπτό σαν γάζα στρώμα της γαλάζιας δαντέλας φάνταζε ανίκανο να παράσχει λίγη ζεστασιά. «Οι Σοφές αμφιταλαντεύονται εξίσου με τις Άες Σεντάι σου, αν και πιστεύω πως δεν φοβούνται τόσο πολύ. Η ζωή είναι ένα όνειρο, από το οποίο, τελικά, ξυπνάς κάποια στιγμή. Χορέψαμε κι δόρατα με τον Φυλλοκαύτη». Το όνομα αυτό αναφερόταν στον Σκοτεινό, κι η Εγκουέν το έβρισκε ανέκαθεν παράξενο, καθότι είχε τη ρίζα του στην άδενδρη Ερημιά. «Όμως, κανείς δεν μπαίνει στον χορό έχοντας τη σιγουριά ότι θα ζήσει ή ότι θα νικήσει. Δεν νομίζω πως οι Σοφές σκέφτονται σοβαρά να συμμαχήσουν με τους Άσα’μαν. Είναι συνετό κάτι τέτοιο;» πρόσθεσε επιφυλακτικά. «Απ’ όσα λες, δεν είμαι καν σίγουρη ότι το εύχεσαι».

«Δεν υπάρχει άλλη επιλογή», αποκρίθηκε συνεσταλμένα η Εγκουέν. «Η τρύπα αυτή έχει διάμετρο τριών μιλίων. Απ’ όσο μπορώ να κρίνω, είναι η μόνη μας ελπίδα».

Η Αβιέντα κοίταξε σκεφτική το τσάι της. «Κι αν οι Σκοτεινόψυχοι δεν διαθέτουν κανένα όπλο;»

Ξαφνικά, η Εγκουέν συνειδητοποίησε τι ακριβώς έκανε η άλλη γυναίκα. Η Αβιέντα εκπαιδευόταν για να γίνει Σοφή κι, άσχετα από τα ρούχα της, ήταν ήδη Σοφή. Αυτός ήταν, πιθανότατα, κι ο λόγος που φορούσε την εσάρπα. Εν μέρει, η Εγκουέν ήθελε να χαμογελάσει. Η φίλη της είχε αρχίσει να διαφέρει από εκείνη την ξεροκέφαλη Κόρη του Δόρατος που είχε γνωρίσει κάποτε. Εν μέρει, όμως, θυμόταν ότι οι Σοφές δεν είχαν πάντα τους ίδιους στόχους με τις Άες Σεντάι. Κάτι που μπορεί να είχε ιδιαίτερη αξία για τις αδελφές, μπορεί να μη σήμαινε τίποτα για τις Σοφές. Λυπόταν που έπρεπε να σκέφτεται την Αβιέντα ως Σοφή αντί για απλή φίλη. Μια Σοφή που κοίταζε το καλό των Αελιτών κι όχι το καλό του Λευκού Πύργου. Πάντως, το ερώτημα παρέμενε.

«Αργά ή γρήγορα, θα έχουμε αναγκαστικά δοσοληψίες με τον Μαύρο Πύργο, Αβιέντα, κι η Μόρια είχε δίκιο. Υπάρχουν ήδη πάρα πολλοί Άσα’μαν για να τους ειρηνέψουμε όλους, και μάλιστα πριν από την Τελευταία Μάχη. Ίσως κάποιο όνειρο μου υποδείξει άλλον τρόπο, αλλά προς το παρόν τίποτα». Στην πραγματικότητα, μέχρι στιγμής, κανένα από τα όνειρά της δεν της είχε υποδείξει τίποτα χρήσιμο. «Σε αυτό, τουλάχιστον, αρχίζει να διαφαίνεται ένας τρόπος για να τους χειριστούμε. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει. Αν, δηλαδή, οι Καθήμενες καταφέρουν να συμφωνήσουν σε οτιδήποτε άλλο, πέρα από το γεγονός ότι χρειάζεται προσπάθεια για να καταλήξουν σε συμφωνία. Πρέπει να ζήσουμε μ’ αυτό. Σε τελική ανάλυση, ίσως είναι και για το καλύτερο».