Η Αβιέντα χαμογέλασε πάνω από το φλιτζάνι της, αλλά το χαμόγελό της δεν υποδήλωνε ευθυμία. Για κάποιο λόγο, έμοιαζε ανακουφισμένη. Η φωνή της, ωστόσο, ήταν αρκετά σοβαρή. «Εσείς, οι Άες Σεντάι, νομίζετε πως οι άντρες είναι ανόητοι, κάτι που συχνά δεν συμβαίνει, και μάλιστα πολύ πιο συχνά απ’ όσο φαντάζεστε. Χρειάζεται προσοχή με αυτούς τους Άσα’μαν. Ο Μάζριμ Τάιμ όχι μόνο δεν είναι ανόητος, αλλά κατά τη γνώμη μου, είναι και πολύ επικίνδυνος».
«Η Αίθουσα το έχει υπ’ όψιν της», αποκρίθηκε ξερά η Εγκουέν. Εννοούσε το ότι ήταν επικίνδυνος, αλλά ίσως έπρεπε να λάβουν υπ’ όψιν και το άλλο θέμα. «Δεν καταλαβαίνω γιατί το συζητάμε. Δεν είναι στο χέρι μου. Το σημαντικότερο είναι ότι, τελικά, οι αδελφές θα αποφασίσουν πως ο Μαύρος Πύργος δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο για να παραμείνουν μακριά από το Κάεμλυν, αν, δηλαδή, σκοπεύουμε να τους μιλήσουμε. Την επόμενη βδομάδα, ίσως κι αύριο, θα δεις τις αδελφές να καταφθάνουν για να δουν πώς είναι η Ηλαίην και πώς πάει η πολιορκία. Αυτό που πρέπει να αποφασιστεί είναι με ποιον τρόπο θα κατορθώσουμε να κρατήσουμε κάποια πράγματα κρυφά. Έχω κάποιες ιδέες κι ελπίζω να έχεις κι εσύ».
Η ιδέα να εμφανιστούν στο Βασιλικό Παλάτι μερικές παράξενες Άες Σεντάι εκνεύρισε τόσο πολύ την Αβιέντα που, ενόσω μιλούσαν, άρχισε να αλλάζει φορεσιές, από το μπλε μεταξωτό στο καντιν’σόρ κι από κει στη μάλλινη φούστα, στην μπλούζα από αλγκόντ και τανάπαλιν, αν και φάνηκε να μην το προσέχει. Το πρόσωπό της παρέμενε ήρεμο, όπως θα άρμοζε σε αδελφή. Μπορεί να μην την ενδιέφερε ιδιαίτερα αν οι επισκέπτριες Άες Σεντάι αποκάλυπταν τις γυναίκες του Σογιού ή τις αιχμάλωτες σουλ’ντάμ και νταμέην ή τη συμφωνία με τις Θαλασσινές, την ενδιέφερε όμως ο αντίκτυπος που θα είχε κάτι τέτοιο στην Ηλαίην.
Η σκέψη των Θαλασσινών είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να εμφανιστεί το καντιν’σόρ αλλά και μια στρογγυλή ασπίδα από τομάρι ταύρου, ακουμπισμένη δίπλα στο κάθισμά της, καθώς και τρία κοντά Αελίτικα δόρατα. Η Εγκουέν ήταν έτοιμη να ρωτήσει αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τις Ανεμοσκόπους —εκτός των συνηθισμένων, δηλαδή— αλλά κρατήθηκε. Από τη στιγμή που η Αβιέντα δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο, το ζήτημα αφορούσε αποκλειστικά στην ίδια και στην Ηλαίην. Σίγουρα θα έλεγε κάτι αν η Εγκουέν έπρεπε να λάβει γνώση του θέματος. Ή, μήπως, όχι;
Αναστενάζοντας, η Εγκουέν ακούμπησε το φλιτζάνι της στο τραπέζι, που εξαφανίστηκε, κι έτριψε τα μάτια της με τα δάχτυλά της. Οι υποψίες ήταν πλέον κομμάτι του εαυτού της, τόσο που ίσως να μην επιβίωνε δίχως αυτές. Αν μη τι άλλο, όμως, δεν ήταν ανάγκη να υποψιάζεται μια φίλη.
«Είσαι κουρασμένη», είπε η Αβιέντα, ντυμένη ξανά με τη λευκή μπλούζα, τη σκούρα φούστα και την εσάρπα, μια σοβαρή Σοφή με κοφτερό πράσινο βλέμμα. «Δεν κοιμάσαι καλά;»
«Καλά κοιμάμαι», είπε ψέματα η Εγκουέν, καταφέρνοντας όμως να χαμογελάσει. Η Αβιέντα κι η Ηλαίην είχαν τα δικά τους προβλήματα, δεν ήταν ανάγκη να τους μιλήσει και για τους πονοκεφάλους της. «Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο», είπε και σηκώθηκε. «Εσύ; Ωραία, λοιπόν, τελειώσαμε», συνέχισε, όταν η άλλη γυναίκα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Πες στην Ηλαίην να φροντίζει τον εαυτό της. Να την προσέχεις, κι αυτήν και τα μωρά της».
«Θα την προσέχω», αποκρίθηκε η Αβιέντα, ντυμένη τώρα με το μπλε μεταξωτό φόρεμα. «Αλλά πρέπει να φροντίζεις κι εσύ τον εαυτό σου. Μου φαίνεσαι κάπως εξαντλημένη. Κοιμήσου καλά και ξύπνα», είπε με ήπια φωνή, μια κι αυτός ήταν ο Αελίτικος τρόπος να πει κανείς καληνύχτα, και χάθηκε.
Η Εγκουέν απέμεινε να κοιτάει συνοφρυωμένη το σημείο όπου είχε εξαφανιστεί η φίλη της. Όχι, δεν ήταν εξαντλημένη, απλώς έκανε τη δουλειά της. Γλίστρησε ξανά στο σώμα της κι ανακάλυψε ότι κοιμόταν του καλού καιρού.
Αυτό δεν σήμαινε ότι κοιμόταν η ίδια, όχι ακριβώς δηλαδή. Το σώμα της είχε πέσει σε λήθαργο, αναπνέοντας αργά και βαθιά, αλλά η ίδια είχε αφεθεί να γλιστρήσει μέχρι το σημείο όπου εμφανίζονται τα όνειρα. Θα μπορούσε να περιμένει να ξυπνήσει, ανακαλώντας τα όνειρα και καταγράφοντάς τα στο μικρό δερματόδετο βιβλιαράκι που φύλαγε στον πάτο μιας κασέλας με ρούχα, τακτοποιημένο κάτω από λεπτά λινά φορέματα, που δεν θα έβγαιναν πριν από την άνοιξη. Ωστόσο, κέρδιζε χρόνο παρατηρώντας τα όνειρα καθώς εκτυλίσσονταν. Νόμιζε πως έτσι θα μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το νόημά τους, όσων τουλάχιστον ήταν κάτι παραπάνω από κοινές νυχτερινές φαντασιώσεις.
Δεν ήταν και λίγες αυτές οι τελευταίες και συχνά σχετίζονταν με τον Γκάγουιν, έναν ψηλό όμορφο άντρα που την κρατούσε στα μπράτσα του, χόρευε μαζί της και της έκανε έρωτα. Κάποτε, ακόμα και στα όνειρα της, απέφευγε τη σκέψη τού να κάνει έρωτα μαζί του. Όταν ήταν ξύπνια δε, αναψοκοκκίνιζε μόλις το συλλογιζόταν, κάτι που τώρα πια έμοιαζε ανόητο και παιδιάστικο. Θα μπορούσε κάλλιστα να τον δεσμεύσει ως Πρόμαχό της κάποια μέρα, να τον παντρευτεί και να του κάνει έρωτα μέχρι να φωνάξει για έλεος. Ακόμα και στον ύπνο της, χαχάνισε με αυτή τη σκέψη. Κάποια άλλα όνειρα, όμως, δεν ήταν και τόσο ευχάριστα. Βάδιζε με δυσκολία μέσα στο χιόνι που της έφτανε έως τη μέση, έχοντας τριγύρω της πυκνές συστάδες δέντρων και ξέροντας όχι έπρεπε οπωσδήποτε να φτάσει στην άκρη του δάσους. Όποτε, όμως, το βλέμμα της έπεφτε φευγαλέα εκεί όπου τελείωναν τα δέντρα, ακριβώς μπροστά της, αρκούσε ένα βλεφάρισμα για να απομακρυνθούν ξανά, αφήνοντάς τη να κομπιάζει, πασχίζοντας να περπατήσει. Άλλες φορές, πάλι, έβλεπε όχι έσπρωχνε μια τεράστια μυλόπετρα σ’ έναν απόκρημνο λόφο, αλλά κάθε φορά που κόντευε να φτάσει στην κορυφή, γλιστρούσε κι έπεφτε προς τα πίσω, παρακολουθώντας την τεράστια πέτρα να κυλά μέχρι τους πρόποδες, οπότε ήταν αναγκασμένη να ξανακατέβει και να ξεκινήσει από την αρχή, αλλά κάθε φορά ο λόφος ήταν ψηλότερος από πριν. Γνώριζε αρκετά σχετικά με τα όνειρα ώστε να καταλαβαίνει από πού προέρχονταν τα συγκεκριμένα, άσχετα από το αν δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο νόημα πέρα από το γεγονός ότι ήταν όντως κουρασμένη κι είχε μπροστά της ένα φαινομενικά ατελείωτο έργο. Ωστόσο, αυτό δεν βοηθούσε και πολύ. Αισθάνθηκε το κορμί της να τινάζεται εξαιτίας αυτών των κοπιαστικών ονείρων, και προσπάθησε να χαλαρώσει τους μυώνες της και να τους ηρεμήσει. Αυτό το είδος ημιύπνου ήταν καλύτερο από το τίποτα, αλλά ανώφελο όταν περνούσε όλη τη νύχτα στριφογυρίζοντας στο ράντζο της. Οι προσπάθειές της, πάντως, έφεραν κάποιο αποτέλεσμα. Αν μη τι άλλο, ενώ το κορμί της έκανε σπασμωδικές κινήσεις, ονειρεύτηκε ότι πάσχιζε να τραβήξει μια άμαξα παραγεμισμένη με Άες Σεντάι σ’ έναν λασπερό κατηφορικό δρόμο.