Πού και πού, στα ενδιάμεσα, παρεμβάλλονταν κι άλλα όνειρα.
Ο Ματ βρισκόταν στην εξοχή, έξω από ένα χωριό, παίζοντας μπόουλινγκ. Οι καλαμοσκεπές ήταν κάπως θολές, όπως σε κάθε όνειρο —μερικές φορές, οι σκεπές ήταν φτιαγμένες από σχιστόλιθο, ενώ άλλες τα σπίτια ήταν κατασκευασμένα από πέτρα ή από ξύλο— αλλά ο άντρας διαγραφόταν ξεκάθαρα, ντυμένος με ένα καλοραμμένο πράσινο πανωφόρι και φορώντας το πλατύγυρο μαύρο καπέλο του, όπως ακριβώς ήταν ντυμένος τη μέρα που είχε έρθει στο Σαλιντάρ. Δεν υπήρχε κανείς άλλος τριγύρω. Τρίβοντας την μπάλα ανάμεσα στις παλάμες του, πήρε λίγη φόρα και την κύλησε με τρόπο πάνω στο μαλακό γρασίδι. Και οι εννέα κορύνες έπεσαν, σκορπίζοντας λες και κάποιος τις είχε κλωτσήσει. Ο Ματ στράφηκε, για να πάρει στα χέρια του άλλη μία μπάλα, κι οι κορύνες στήθηκαν ξανά όρθιες. Όχι, αυτές ήταν καινούργιες, οι παλιές κείτονταν ακόμα. Έριξε ξανά την μπάλα, μια τεμπέλικη αλλά πονηρή μπαλιά, κι η Εγκουέν ήθελε να ουρλιάξει. Οι κορύνες δεν ήταν απλά κομμάτια ξύλου, αλλά άντρες που στέκονταν ακίνητοι, παρακολουθώντας την μπάλα να έρχεται κυλώντας προς το μέρος τους. Κανείς τους δεν κουνήθηκε, μέχρι που η μπάλα τούς σκόρπισε. Ο Ματ στράφηκε να πάρει άλλη μία μπάλα, και καινούργιες κορύνες αναδύθηκαν, δηλαδή άντρες που στέκονταν σε τακτικό σχηματισμό ανάμεσα στους άλλους που είχαν διασκορπιστεί στο γρασίδι σαν να ήταν νεκροί. Και μάλλον ήταν όντως νεκροί. Παντελώς αδιάφορος, ο Ματ έριξε την μπαλιά.
Ήταν πραγματικό όνειρο, το ήξερε πολύ πριν σβήσει. Μια φευγαλέα ματιά στο μέλλον, μια προειδοποίηση ότι έπρεπε να έχουν τον νου τους. Τα πραγματικά όνειρα ανέκαθεν ήταν πιθανότητες κι όχι βεβαιότητες —αυτό έπρεπε να το υπενθυμίζει διαρκώς στον εαυτό της. Το Ονείρεμα δεν ήταν Πρόβλεψη— αλλά ετούτη εδώ η πιθανότητα παραήταν φρικιαστική. Καθεμία από αυτές τις ανθρώπινες κορύνες αντιπροσώπευε χιλιάδες άντρες, ήταν απολύτως σίγουρη γι’ αυτό. Μέρος αυτού του ονείρου ήταν και μια Φωτοδότρια. Ο Ματ είχε γνωρίσει μία κάποτε, αλλά αυτό συνέβη πολύ καιρό πριν. Ετούτο εδώ ήταν κάτι πιο πρόσφατο. Οι Φωτοδότες ήταν διασκορπισμένοι κι οι συντεχνίες τους είχαν εξαφανιστεί. Μία από αυτούς εξασκούσε την τέχνη της σ’ έναν περιοδεύοντα θίασο θεαμάτων, με τον οποίο είχαν ταξιδέψει για ένα διάστημα κι η Ηλαίην με τη Νυνάβε. Ο Ματ μπορούσε να βρει παντού Φωτοδότες και Φωτοδότριες, ωστόσο όλα αυτά που έβλεπε δεν ήταν παρά ένα πιθανό μέλλον. Απογοητευτικό και αιματοβαμμένο, αλλά πιθανό. Πάντως, το είχε ονειρευτεί τουλάχιστον δύο φορές. Δεν επρόκειτο πάντα για το ίδιο όνειρο, αλλά το νόημα ήταν το ίδιο. Άραγε, αυτό το καθιστούσε και πιθανότερο; Έπρεπε να ρωτήσει τις Σοφές για να βρει μια απάντηση, αλλά ήταν όλο και πιο απρόθυμη να κάνει κάτι τέτοιο. Με κάθε ερώτηση που έκανε, τους αποκάλυπτε κι από κάτι, κι επιπλέον οι σκοποί τους διέφεραν από τους δικούς της. Προκειμένου να διασώσουν ό,τι ήταν δυνατόν από τους Αελίτες, δεν είχαν πρόβλημα να αφήσουν τον Λευκό Πύργο να γίνει σκόνη. Η Εγκουέν είχε υπ’ ευθύνη της πολύ κόσμο και πολλά έθνη.