Выбрать главу

Κι άλλα όνειρα.

Πάλευε να ανέβει ένα στενό βραχώδες μονοπάτι, κατά μήκος ενός απόκρημνου γκρεμού. Την περικύκλωναν σύννεφα που έκρυβαν το έδαφος και την κορυφή, αλλά η Εγκουέν ήξερε ότι και τα δύο ήταν πολύ μακριά. Έπρεπε να προσέχει πολύ τα βήματά της. Το μονοπάτι ήταν κακοτράχαλο και εξείχε στο χείλος του γκρεμού, ελάχιστα φαρδύ για να μπορεί να στέκεται με τον ένα ώμο ακουμπισμένο στον απότομο βράχο, μια τραβέρσα διάσπαρτη από πέτρες μεγάλες σαν τη γροθιά της που θα μπορούσαν κάλλιστα να αναποδογυρίσουν με ένα απρόσεκτο βήμα και να τη ρίξουν στο βάραθρο. Έμοιαζε μ’ εκείνα τα όνειρα όπου έσπρωχνε μυλόπετρες και τραβούσε καρότσια, είχε όμως πλήρη συνείδηση ότι ετούτο εδώ ήταν ένα πραγματικό όνειρο.

Ξαφνικά, η τραβέρσα υποχώρησε κάτω από τα πόδια της μ’ έναν ξερό κρότο από πέτρες που έσπαγαν, κι η Εγκουέν πιάστηκε απεγνωσμένα από την άκρη του γκρεμού, με τα δάχτυλά της να ψάχνουν για κάποιο στήριγμα. Τα ακροδάχτυλά της γλίστρησαν σε μια μικρή χαραμάδα κι η πτώση της σταμάτησε με ένα τίναγμα που κόντεψε να της εξαρθρώσει τα χέρια. Με τα πόδια της να ταλαντεύονται στα σύννεφα, άκουγε τον κρότο της κοτρώνας που έπεφτε στον γκρεμό, μέχρι που ο ήχος έσβησε κι η κοτρώνα δεν είχε καν πιάσει πάτο ακόμα. Κάπως θολά, έβλεπε τη σπασμένη τραβέρσα στα αριστερά της. Δεν απείχε παρά δέκα βήματα, αλλά ήταν σαν να απείχε ένα μίλι. Από την αντίθετη κατεύθυνση, η ομίχλη έκρυβαν το υπόλοιπο του μονοπατιού, αλλά είχε την εντύπωση πως κι αυτό βρισκόταν πολύ μακρύτερα. Τα χέρια της είχαν χάσει τη δύναμή τους. Της ήταν αδύνατον να τραβηχτεί επάνω, οπότε το μόνο που έκανε ήταν να κρέμεται από τα ακροδάχτυλά της μέχρι να πέσει. Η ακμή του γκρεμού έμοιαζε κοφτερή σαν μαχαίρι κάτω από τα δάχτυλά της.

Ξαφνικά, μια γυναίκα φάνηκε να κατηφορίζει την τραχιά πλαγιά του γκρεμού μέσα από τα σύννεφα, βαδίζοντας επιδέξια λες και κατέβαινε σκαλοπάτια. Στην πλάτη της υπήρχε δεμένο με ιμάντες ένα ξίφος. Το πρόσωπό της ήταν κάπως θολό και δεν ξεχώριζε καλά, αλλά το σπαθί φάνταζε στέρεο σαν τα γύρω βράχια. Η γυναίκα έφτασε στο επίπεδο της Εγκουέν και της άπλωσε το χέρι. «Μαζί θα φτάσουμε στην κορυφή», είπε με μια γνώριμη μακρόσυρτη προφορά.

Η Εγκουέν έδιωξε μακριά το όνειρο, όπως θα έδιωχνε μια οχιά. Αισθάνθηκε το κορμί της να σφαδάζει, άκουσε τον εαυτό της να γογγύζει στον ύπνο της, αλλά για μια στιγμή δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό. Είχε ονειρευτεί τους Σωντσάν κι άλλες φορές στο παρελθόν, μια γυναίκα Σωντσάν που με κάποιον τρόπο συνδεόταν μαζί της, αλλά αυτή τη φορά επρόκειτο για μία Σωντσάν που την έσωσε. Όχι! Της είχαν περάσει το λουρί, την είχαν κάνει νταμέην. Καλύτερα να πέθαινε, παρά να σωζόταν από μία Σωντσάν! Πέρασε αρκετή ώρα πριν καταφέρει να ηρεμήσει το κοιμώμενο σώμα της. Ίσως, βέβαια, να της φάνηκε πως πέρασε πολλή ώρα. Όχι, δεν θα δεχόταν ποτέ κάτι τέτοιο από μια Σωντσάν, ποτέ!

Με αργούς ρυθμούς, τα όνειρα επανήλθαν.

Σκαρφάλωνε σ’ ένα άλλο μονοπάτι κατά μήκος ενός γκρεμού σκεπασμένου από σύννεφα, αλλά το χείλος του ήταν φαρδύ αυτή τη φορά, φτιαγμένο από λειασμένο λιθόστρωτο, και κάτω από τα πόδια της δεν υπήρχαν βράχια. Ο γκρεμός είχε το χρώμα της κιμωλίας κι ήταν επίπεδος σαν να είχε λειανθεί. Παρά τα νέφη, η ωχρή πέτρα σχεδόν έλαμπε. Η Εγκουέν σκαρφάλωνε γοργά και σύντομα αντιλήφθηκε πως το προεξέχον χείλος του γκρεμού ανηφόριζε σπειροειδώς. Ο γκρεμός ήταν, στην πραγματικότητα, μια σπείρα. Δεν είχε προλάβει να κάνει καλά-καλά αυτή τη σκέψη, και βρέθηκε στην κορυφή, σε έναν επίπεδο δίσκο κυκλωμένο από πούσι. Ωστόσο, δεν ήταν ακριβώς επίπεδος. Μια μικρή λευκή πλίνθος στεκόταν στο κέντρο του κύκλου, στηρίζοντας έναν φανό από πεντακάθαρο γυαλί. Η φλόγα στο εσωτερικό του έκαιγε λαμπερή και σταθερή, χωρίς να τρεμοπαίζει διόλου. Επιπλέον, ήταν λευκή.

Ξαφνικά, δύο πουλιά πετάχτηκαν μέσα από την ομίχλη, δύο κοράκια μαύρα σαν τη νύχτα. Πέταξαν γρήγορα μέχρι την κορυφή της σπείρας, χτύπησαν τον φανό κι έφυγαν γοργά, δίχως καθυστέρηση. Ο φανός στριφογύρισε και ταλαντεύτηκε, χορεύοντας πάνω στην πλίνθο και σκορπίζοντας τριγύρω στάλες λαδιού. Κάποιες από αυτές τις στάλες άρπαξαν φωτιά στον αέρα και χάθηκαν, ενώ άλλες έπεσαν τριγύρω στη μικρή στήλη, καθεμία υποστηρίζοντας μια μικροσκοπική τρεμουλιαστή λευκή φλόγα. Ο φανός εξακολούθησε να ταλαντεύεται, έτοιμος να σωριαστεί.