Το πρόσωπο της Νισάο σφίχτηκε και, παρά το ξόρκι, η γυναίκα έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, λες και φοβόταν ότι κάποιος κρυφάκουγε από την υφασμάτινη είσοδο. «Οι εργάτες νόμισαν πως είχαν φάει δηλητηριώδη μανιτάρια. Μερικοί αγρότες δεν προσέχουν πολύ όταν μαζεύουν το εμπόρευμά τους, κι αν φας το λάθος είδος μανιταριού, μπορεί να παραλύσουν τα πνευμόνια σου ή να πρηστεί ο λαιμός σου, οπότε και στις δύο περιπτώσεις πεθαίνεις από ασφυξία». Η Εγκουέν ένευσε ανυπόμονα. Σε τελική ανάλυση, σε επαρχία είχε μεγαλώσει. «Όλοι έδειξαν πρόθυμοι να αποδεχτούν μια τέτοια εξήγηση», συνέχισε η Νισάο χωρίς να βιάζεται διόλου. Τα χέρια της σφίγγονταν και ξεσφίγγονταν στις άκρες του μανδύα της, ενώ η ίδια έμοιαζε κάπως απρόθυμη να αναφέρει τα συμπεράσματά της. «Δεν υπήρχαν καθόλου πληγές, ούτε χτυπήματα. Έμοιαζε απόλυτα λογικό να έφταιγε κάποιος άπληστος αγρότης που πούλησε χαλασμένα μανιτάρια. Όμως...» Αναστέναξε, έριξε μια δεύτερη ματιά πάνω από τον ώμο της και χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. «Υποθέτω πως έφταιγε όλη αυτή η σημερινή κουβέντα σχετικά με τον Μαύρο Πύργο, στην Αίθουσα. Έκανα μια δοκιμή αντήχησης. Ο θάνατός τους οφείλεται στο σαϊντίν». Μια γκριμάτσα αποστροφής χαράχτηκε στο πρόσωπό της. «Θαρρώ πως κάποιος ύφανε συμπαγείς ροές Αέρα γύρω από τα κεφάλια τους και τους έπνιξε». Ανατρίχιασε, σφίγγοντας κι άλλο τον μανδύα επάνω της.
Η Εγκουέν κόντεψε να αναρριγήσει κι η ίδια, και με έκπληξή της διαπίστωσε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η Ανάγια νεκρή από ασφυξία. Βάναυσος τρόπος να ξεκάνεις κάποιον, ό,τι πρέπει για έναν δράστη που δεν θα ήθελε να αφήσει ίχνη. «Το είπες σε κανέναν άλλον;»
«Όχι, βέβαια», αποκρίθηκε αγανακτισμένα η Νισάο. «Μόλις πληροφορήθηκα ότι ξύπνησες, ήρθα κατευθείαν σ’ εσένα».
«Κρίμα. Θα χρειαστεί να εξηγήσεις τον λόγο που καθυστέρησες. Δεν μπορούμε να το κρατήσουμε μυστικό». Βέβαια, οι διάφορες Άμερλιν του παρελθόντος κρατούσαν πολύ πιο σκοτεινά μυστικά, για το καλό του Πύργου κατά την άποψή τους. «Αν υπάρχει ανάμεσά μας κάποιος άντρας με την ικανότητα της διαβίβασης, οι αδελφές θα πρέπει να τεθούν σε επιφυλακή». Ήταν μάλλον απίθανο να βρεθεί ένας τέτοιος άντρας ανάμεσα στους εργάτες ή στους στρατιώτες, κι όμως, κάποιος είχε έρθει μέχρις εδώ για να δολοφονήσει μια αδελφή και τον Πρόμαχό της, πράγμα που δημιουργούσε την εξής απορία: «Γιατί την Ανάγια; Μήπως βρέθηκε σε λάθος μέρος τη λάθος ώρα, Νισάο; Πού ακριβώς πέθαναν;»
«Κοντά στις άμαξες, στη νότια μεριά του στρατοπέδου. Δεν έχω ιδέα τι έκαναν εκεί νυχτιάτικα. Εκτός κι αν η Ανάγια πήγαινε στο αποχωρητήριο κι ο Σεταγκάνα θεώρησε πως χρειαζόταν φύλαξη ακόμα κι εκεί».
«Τότε, κάνε μου τη χάρη και βρες τι ακριβώς συνέβη, Νισάο. Τι έκαναν εκεί έξω η Ανάγια κι ο Σεταγκάνα όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνταν; Γιατί δολοφονήθηκαν; Αυτό θα το κρατήσεις μυστικό. Μέχρι να βρεθούν κάποιες εξηγήσεις, μόνο εμείς οι δύο θα ξέρουμε περί της έρευνάς σου».
Το στόμα της Νισάο ανοιγόκλεισε. «Αν πρέπει, θα το κάνω», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της σχεδόν. Δεν ήταν η κατάλληλη για να κρατάει σημαντικά μυστικά, και το ήξερε. Το τελευταίο πράγμα που είχε προσπαθήσει να κρατήσει μυστικό την είχε οδηγήσει απευθείας στο να ορκιστεί πίστη κι αφοσίωση στην Εγκουέν. «Άραγε, αυτό θα βάλει τέλος στις συζητήσεις περί συμφωνίας με τον Μαύρο Πύργο;»
«Αμφιβάλλω», είπε κουρασμένα η Εγκουέν. Μα το Φως, πώς ήταν δυνατόν να είχε κουραστεί κιόλας; Ακόμα δεν είχε βγει ο ήλιος καλά-καλά. «Όπως και να έχει, κάτι μου λέει πως έχουμε μπροστά μας ακόμα μία κουραστική μέρα». Και το καλύτερο που είχε να ελπίζει ήταν ένας βραδινός ύπνος χωρίς πονοκέφαλο.
21
Ένα Σημάδι
Η Αλβιάριν πέρασε μέσα από την πύλη, αφήνοντάς τη να κλείσει πίσω της με μία αχνή σχισμή λαμπερού γαλανόλευκου φωτός, και φταρνίστηκε σχεδόν αμέσως από τη σκόνη που σήκωσαν τα παπούτσια της. Αμέσως μετά, τραντάχτηκε από άλλο ένα φτάρνισμα, κι ακόμα ένα, που της έφερε δάκρυα στα μάτια. Φωτισμένη μονάχα από τη λαμπερή σφαίρα που αιωρούνταν μπροστά της, η τραχιά επιφάνεια του τοίχου της αποθήκης, λαξεμένη στο βραχώδες υπόστρωμα τρία επίπεδα κάτω από τη Βιβλιοθήκη του Πύργου, ήταν άδεια εκτός από τη σκόνη που μάζευε εδώ κι αιώνες. Θα προτιμούσε να είχε επιστρέψει κατευθείαν στα διαμερίσματά της στον Πύργο, αλλά δεν αποκλείεται να έβρισκε εκεί κάποια καθαρίστρια επί το έργον, οπότε θα έπρεπε να ξεφορτωθεί το πτώμα με την ελπίδα να μην είχε προσέξει κανείς τη γυναίκα να μπαίνει στο δωμάτιό της. Μείνε κρυμμένη και μην προκαλείς την παραμικρή υποψία σε κανέναν, αυτό την είχε προστάξει η Μεσάνα, κάτι που φάνταζε μάλλον άτολμο τη στιγμή που το ίδιο το Μαύρο Άτζα έκανε ανέκαθεν ατιμώρητο ό,τι ήθελε στον Πύργο, αλλά όταν πρόσταζε κάτι ένας Εκλεκτός, θα έπρεπε να είσαι τρελός για να παρακούσεις. Αν, τουλάχιστον, υπήρχε περίπτωση να την ανακαλύψουν.