Выбрать главу

Όταν τους ζήτησε εξηγήσεις, η Εντεσίνα τού αποκρίθηκε σε έντονο ύφος, κουνώντας τα μαύρα μαλλιά της, που έπεφταν στην πλάτη της. «Σου είμαι ευγνώμων που μ’ έσωσες από τους Σωντσάν, Άρχοντα Κώθον, και θα σου αποδείξω έμπρακτα την ευγνωμοσύνη μου, αλλά υπάρχουν και κάποια όρια. Δεν είμαι υπηρέτριά σου για να με διατάζεις. Στο χωριό δεν υπήρχαν Σωντσάν κι, άλλωστε, είχαμε κρύψει τα πρόσωπά μας. Δεν ήταν ανάγκη να στείλεις τα... μαντρόσκυλά σου... ξοπίσω μας». Το βλέμμα που έριξε στις τρεις Σωντσάν ήταν τόσο καυτό, που μπορούσε να ψήσει αβγά. Η Εντεσίνα εκνευριζόταν και με το παραπάνω όταν άκουγε κάποιον με Σωντσάν προφορά. Ήθελε να έχει κοντά της κάποιον δικό της άνθρωπο, κι η σουλ’ντάμ ήταν η μόνη προσβάσιμη. Ο Ματ υπολόγιζε πολύ στον φημισμένο αυτοέλεγχο των Άες Σεντάι για να μην εκτραχυνθούν τα πράγματα. Ήλπιζε να μην το είχαν παρακάνει κι η κατάσταση έβγαινε εκτός ελέγχου. Εκείνες οι παλιές αναμνήσεις τού έλεγαν πως οι Άες Σεντάι παίρνουν φωτιά με το παραμικρό, σαν πραμάτεια Φωτοδότη.

Το σκοτεινιασμένο πρόσωπο της Μπέθαμιν δεν έδειχνε το παραμικρό σημάδι πανικού. Είχε σταματήσει πια να κουνάει τον μανδύα της και τον είχε κρεμάσει σε ένα ξύλινο καρφί ενόσω η Εντεσίνα μιλούσε. Κατόπιν, ίσιωσε τη φούστα της πάνω από τους γοφούς της. Απόψε, φορούσε ένα ξεθωριασμένο πράσινο μισοφόρι. Παραπονιόταν πως τα ρούχα των Εμπουνταρινών ήταν άσεμνα, κι ο Ματ υπέθετε ότι, τώρα που βρίσκονταν μακριά από την ακτή, θα έπρεπε να της βρει κάτι άλλο να φοράει, αν κι αυτό το στενό και χαμηλό ντεκολτέ τής πήγαινε θαύμα. Πάντως, η γυναίκα αυτή είχε κάπως μητρική συμπεριφορά για τα γούστα του. «Όντως είχαν κρύψει τα πρόσωπά τους, Άρχοντά μου», είπε με τη μακρόσυρτη προφορά της. «Επιπλέον, δεν απομακρύνθηκαν η μία από την άλλη και καμία δεν προσπάθησε να φύγει στα κρυφά. Σε γενικές γραμμές, συμπεριφέρθηκαν άψογα». Ακουγόταν σαν μάνα που καμαρώνει για τα παιδιά της ή μάλλον σαν εκπαιδεύτρια σκύλων που επαινεί τα ζώα της. Η ξανθομάλλα Σέτα ένευσε καταφατικά. Πράγματι, έμοιαζε περισσότερο με εκπαιδεύτρια σκύλων.

«Αν ο Άρχοντάς μου επιθυμεί να τις θέσει υπό περιορισμό», είπε η Ρέννα με μια χροιά αηδίας στη φωνή της, «μπορούμε ανά πάσα στιγμή να χρησιμοποιήσουμε το α’ντάμ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορούμε να τις αφήνουμε να περιφέρονται ελεύθερες καλή τη πίστη». Έφτασε στο σημείο να του προσφέρει ένα τόξο με τον χαρακτηριστικό τρόπο των Σωντσάν, δηλαδή διπλωμένη στα δύο, σχηματίζοντας ορθή γωνία με το σώμα της. Τα μεγάλα καστανά μάτια της φάνταζαν γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Η Τέσλυν άφησε μια κραυγή έκπληξης και τράβηξε τον μουσκεμένο μανδύα πάνω στο στήθος της. Σίγουρα δεν είχε ξεπεράσει τον φόβο της για τις σουλ’ντάμ, άσχετα από το αν έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να φάει σίδερα. Η Τζολίνε, αλαζονική όπως πάντα, ανασηκώθηκε και τα μάτια της άστραψαν. Ανεξάρτητα από τη γαλήνη και την ηρεμία που απέπνεαν οι Άες Σεντάι, όταν άστραφταν τα μάτια της Τζολίνε ήταν λες κι έπεφταν κεραυνοί. Το συνήθιζαν αυτό οι όμορφες γυναίκες.

«Όχι», είπε βιαστικά ο Ματ. «Δεν χρειάζεται. Αν μου τα δώσεις όλα αυτά, θα τα ξεφορτωθώ». Μα το Φως, γιατί λόγο είχε πάρει για συνοδεία του αυτές τις γυναίκες; Κάτι που σε πρώτη σκέψη φαίνεται καλή ιδέα, μπορεί μακροπρόθεσμα να αποδειχτεί γκάφα. «Πρέπει να προσέχετε όλες σας. Δεν απέχουμε ούτε τριάντα μίλια από το Έμπου Νταρ κι οι δρόμοι είναι γεμάτοι με αυτούς τους καταραμένους τους Σωντσάν». Κοίταξε απολογητικά τις τρεις Σωντσάν, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, είχαν πάρει το μέρος του. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, αφού δεν είχαν πού αλλού να πάνε, παρά μόνο στην Εγκήνιν, κι αργά ή γρήγορα αντιλήφθηκαν ποιος είχε το χρήμα. Τα φρύδια της Μπέθαμιν ανασηκώθηκαν, υποδηλώνοντας την έκπληξή της. Οι Σωντσάν ευγενείς δεν απολογούνταν, ούτε καν με τα μάτια.