Выбрать главу

Κάθε νύχτα επισκεπτόταν τη μαβιά άμαξα για ένα παιχνίδι λίθων κάτω από τα παρατηρητικά βλέμματα της Σετάλε και της Σελούσια, και συγκεντρωνόταν στον ραβδωτό πίνακα. Η Τουόν ήταν πολύ καλή και του ήταν πανεύκολο να παρακολουθεί πώς τοποθετούσε τους λίθους της λυγίζοντας τα δάχτυλά της προς τα πίσω μ’ έναν περίεργο αλλά και χαριτωμένο τρόπο. Ήταν συνηθισμένη να έχει νύχια μήκους μίας ίντσας, και πρόσεχε ιδιαίτερα μην τυχόν και τα έσπαγε. Η ματιά της ήταν ο κίνδυνος προσωποποιημένος. Όταν έπαιζες λίθους, αλλά κι όταν πολεμούσες, έπρεπε να έχεις καθαρό μυαλό, αλλά το βλέμμα της έμοιαζε να τρυπώνει μέσα στο κρανίο του. Ο Ματ, ωστόσο, κατάφερε να συγκεντρωθεί στο παιχνίδι και κατόρθωσε να κερδίσει τις τέσσερις από τις εφτά παρτίδες, ενώ έφερε και μία ισοπαλία. Η Τουόν ήταν ικανοποιημένη όποτε κέρδιζε κι αποφασισμένη όποτε έχανε, χωρίς αυτές τις εκρήξεις οργής που φοβόταν ο Ματ και χωρίς αυτά τα φαρμακερά σχόλια εκ μέρους της, εκτός από το ότι επέμενε να τον αποκαλεί Παιχνιδάκι. Επιπλέον, δεν εξέπεμπε καθόλου εκείνη την παγερή, βασιλική αλαζονεία, όσο ασχολούνταν με το παιχνίδι τουλάχιστον. Το απολάμβανε και γελούσε με την καρδιά της όποτε του έστηνε παγίδα, αλλά το δεχόταν με ευχαρίστηση όποτε ο Ματ κατάφερνε να κάνει κάποιο επιδέξιο κόλπο για ν’ αποφύγει την παγίδα της. Από τη στιγμή που ο πέτρινος πίνακας την απορροφούσε, η Τουόν γινόταν άλλος άνθρωπος.

Ένα άνθος ραμμένο από γαλάζιο λινό ακολούθησε το χάρτινο λουλούδι, και δύο μέρες αργότερα ο Ματ φάνηκε με ένα ροζ μεταξένιο μπουμπούκι πλατύ σαν γυναικεία παλάμη. Τα έδωσε και τα δύο στη Σελούσια. Τα γαλανά μάτια της δεν έπαψαν να είναι καχύποπτα και συνοφρυωμένα όποτε έπεφταν επάνω του, αλλά η Τουόν τής είπε ότι μπορούσε να κρατήσει τα λουλούδια, κι εκείνη τα δίπλωσε σ’ ένα λινό ύφασμα και τα φύλαξε προσεκτικά. Ο Ματ άφησε να περάσουν τρεις μέρες χωρίς δώρο, κι έπειτα έφερε ένα μικρό μπουκέτο από κόκκινα μεταξωτά τριαντάφυλλα με κοντά κοτσάνια και γυαλιστερά φύλλα, που φάνταζαν αληθινά και φυσικά, μόνο που ήταν τελειότερα. Είχε ζητήσει από τη μοδίστρα να τα φτιάξει τη μέρα που είχε φέρει εκείνο το πρώτο χάρτινο λουλούδι.

Η Σελούσια έκανε ένα βήμα μπροστά κι άπλωσε το χέρι της για να δεχτεί τα τριαντάφυλλα σουφρώνοντας τα χείλη της, αλλά ο Ματ κάθισε κάτω κι ακούμπησε τα λουλούδια δίπλα στον πίνακα, στρέφοντάς τα ελάχιστα προς το μέρος της Τουόν. Δεν είπε τίποτα, απλώς τα άφησε εκεί, ενώ η Τουόν δεν τους έριξε ούτε ματιά. Βουτώντας το χέρι του στα μικρά πέτσινα σακίδια που περιείχαν τους λίθους, τράβηξε έναν από κάθε σακίδιο και τους ανακάτεψε μες στην παλάμη του, μέχρι που κι ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος ποιος ήταν ποιος. Κατόπιν, άπλωσε τις κλειστές του γροθιές προς το μέρος της Τουόν, η οποία δίστασε για μια στιγμή, κοίταξε ανέκφραστη το πρόσωπό του και χτύπησε ελαφρά το αριστερό του χέρι. Ο Ματ άνοιξε τη γροθιά του, αποκαλύπτοντας τη λαμπερή άσπρη πέτρα.

«Άλλαξα γνώμη, Παιχνιδάκι», μουρμούρισε η γυναίκα, τοποθετώντας προσεκτικά την άσπρη πέτρα στη διατομή δύο γραμμών, κοντά στο κέντρο του πίνακα. «Παίζεις πολύ καλά».

Ο Ματ βλεφάρισε. Άραγε, ήξερε η γυναίκα τι είχε στο μυαλό του; Η Σελούσια στεκόταν πίσω από την Τουόν, αφοσιωμένη φαινομενικά στον σχεδόν άδειο πίνακα. Η Σετάλε γύρισε μια σελίδα στο βιβλίο της και μετακινήθηκε λίγο, για να βλέπει καλύτερα. Όχι, βέβαια. Αναφερόταν στους λίθους. Αν υποψιαζόταν τι παιχνίδι έπαιζε, θα τον άρπαζε από το αυτί και θα τον πετούσε έξω, κάτι που θα έκανε οποιαδήποτε γυναίκα. Μάλλον εννοούσε τους λίθους.

Εκείνη τη νύχτα έφεραν ισοπαλία, με τον καθένα τους να ελέγχει τον μισό πίνακα και τους λίθους τοποθετημένους ακανόνιστα επάνω του. Η αλήθεια, όμως, ήταν πως η γυναίκα πήρε μια νίκη.

«Κράτησα τον λόγο μου, Παιχνιδάκι», είπε η Τουόν με τη μακρόσυρτη προφορά της, καθώς ο Ματ τοποθετούσε τους λίθους στα σακίδια. «Δεν προσπάθησα να δραπετεύσω, ούτε σε πρόδωσα. Αυτό λέγεται περιορισμός». Έκανε νόημα με το χέρι της, δείχνοντας το εσωτερικό της άμαξας. «Θα επιθυμούσα να κάνω μια βόλτα, κατά προτίμηση αφού πέσει το σκοτάδι. Μπορείς να με συνοδεύσεις». Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο μπουκέτο με τα τριαντάφυλλα και κατόπιν στο πρόσωπό του. «Έτσι, για να βεβαιωθείς ότι δεν σκοπεύω να το σκάσω».

Η Σετάλε δήλωσε την άποψή της μ’ ένα λεπτό δάχτυλο και τον κοίταξε. Η Σελούσια, που στεκόταν πίσω από την Τουόν, τον κοίταξε επίσης. Όσο τρελό κι αν φαινόταν, η γυναίκα είχε όντως κρατήσει τον λόγο της. Μια βόλτα αφού πέσει το σκοτάδι, με τον περισσότερο κόσμο του θιάσου να έχει πέσει για ύπνο, δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα κακό, ειδικά από τη στιγμή που θα τη συνόδευε. Άρα, γιατί αισθανόταν πως έχανε τον έλεγχο της κατάστασης;