Η Μάιγκαν ανασήκωσε το μακρόστενο δάχτυλό της καθώς η Σιουάν κίνησε να φύγει. «Στη σκηνή μου έχω ένα βάζο με μέλι μέντας», είπε αγέρωχα. «Φέρ’ το και κοίτα μην το καταβροχθίσεις στον δρόμο. Απ’ όσο θυμάμαι, έχεις αδυναμία στα γλυκά. Έλα, βιάσου». Η Μάιγκαν ήταν σύμμαχος κάποτε. Τώρα, είχε πάει με το μέρος των αδελφών που κατηγορούσαν τη Σιουάν ότι ήταν υπεύθυνη για την καταστροφή του Λευκού Πύργου.
«Όπως επιθυμείς, Μάιγκαν», αποκρίθηκε μειλίχια η Σιουάν, κάνοντας μια πρόχειρη υπόκλιση πριν απομακρυνθεί. Κι όντως, βγήκε έξω εσπευσμένα. Η Μάιγκαν είχε σχεδόν το ίδιο αξίωμα με τη Μυρέλ ή τη Μόρβριν, κι εδώ δεν την προστάτευαν ούτε διαταγές ούτε όρκοι αφοσίωσης. Η γυναίκα με το μακρόστενο πρόσωπο ένευσε ελαφρά, ικανοποιημένη. Η Σιουάν έπρεπε να εκλιπαρήσει για να ξαναγίνει δεκτή στο Γαλάζιο Άτζα, κι οι φήμες έλεγαν πως η Μάιγκαν επέμενε πολύ σε αυτό το θέμα.
Η Μόρβριν απολογήθηκε κι ακολούθησε τη Σιουάν, σκοπεύοντας προφανώς να την προλάβει για κάποιο λόγο, αλλά η Μυρέλ πήρε ένα από τα σκαμνιά κι άρχισε να ανταγωνίζεται με τη Μάιγκαν στο ποια θα αγνοούσε περισσότερο την άλλη. Η Εγκουέν δεν καταλάβαινε τον λόγο της εχθρότητας μεταξύ τους. Μερικές φορές, οι άνθρωποι απλώς τρέφουν αμοιβαία αντιπάθεια ο ένας για τον άλλον. Όπως και να έχει, δεν ήταν θέμα προς συζήτηση. Η Εγκουέν άδραξε την ευκαιρία κι άρχισε να ξεφυλλίζει τις σελίδες στον φάκελο της Σιουάν, αλλά αδυνατούσε να συγκεντρωθεί στις φήμες που προέρχονταν από το Ίλιαν και στα υπονοούμενα από την Καιρχίν. Δεν υπήρχε κάτι που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό της Τέοντριν σχετικά με κάτι που είχε αναστατώσει τις Κίτρινες Καθήμενες. Η Σιουάν, ακόμα κι αν ήξερε κάτι, δεν θα μιλούσε καθόλου.
Η Μάιγκαν κι η Μυρέλ απέμειναν να την κοιτάνε, λες και το πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο ήταν να την παρακολουθούν να αναμοχλεύει τα φύλλα. Η Εγκουέν θα μπορούσε κάλλιστα να τις ξαποστείλει και τις δύο, αλλά ήθελε να μάθει τι σκεφτόταν η Μυρέλ για την ημέρα που η Σαντάρ Λογκόθ είχε αφανιστεί από προσώπου γης. Άλλωστε, της ήταν αδύνατον να ξαποστείλει τη μία, δίχως να κάνει το ίδιο και στην άλλη, που να τις έπαιρνε και να τις σήκωνε!
Η Σιουάν επέστρεψε κρατώντας έναν ξύλινο δίσκο με μια ασημένια τσαγιέρα και πορσελάνινες κούπες —όπως επίσης και το στιλβωμένο βάζο με το μέλι της Μάιγκαν— ακολουθούμενη από έναν στρατιώτη με επικαλυπτόμενη θωράκιση, έναν νεαρό Σιναρανό με ξυρισμένο κεφάλι και κότσο στην κορυφή. Ο άντρας έμοιαζε νεαρός, αλλά δεν ήταν και τόσο. Στο σκούρο μάγουλο του Ράγκαν υπήρχε χαραγμένο ένα ρυτιδωμένο λευκό σημάδι, που δήλωνε χτύπημα από βέλος, ενώ το πρόσωπό του ήταν σκληρό όπως μόνο το πρόσωπο ενός άντρα που ζει καθημερινά με τον θάνατο μπορεί να είναι. Καθώς η Σιουάν μοίραζε τις κούπες, ο άντρας υποκλίθηκε κρατώντας στο ένα πλευρό με το ένα χέρι την περικεφαλαία με το φεγγαρένιο λοφίο κι έχοντας το άλλο ακουμπισμένο στη λαβή του σπαθιού του. Τίποτα στην έκφρασή του δεν μαρτυρούσε ότι είχε συναντήσει τη γυναίκα και στο παρελθόν.
«Τιμή μου να σε υπηρετώ, Μητέρα», είπε τυπικά. «Με στέλνει ο Άρχοντας Μπράυν. Μου ανέθεσε να σου αναφέρω ότι οι καταδρομείς φαίνεται πως πέρασαν σ’ αυτή την πλευρά του ποταμού χτες το βράδυ μαζί με τις Άες Σεντάι. Ο Άρχοντας Μπράυν διπλασίασε τις περιπόλους και συμβουλεύει τις αδελφές να μην απομακρύνονται από το στρατόπεδο, για να αποφευχθούν επεισόδια».
«Μπορώ να αποχωρήσω, Μητέρα;» ρώτησε ξαφνικά η Σιουάν, με τη χαρακτηριστική, υποβόσκουσα ταραχή της γυναίκας που συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι πρέπει να πάει στο αποχωρητήριο.
«Ναι, φυσικά», αποκρίθηκε η Εγκουέν, δίνοντας έναν όσο το δυνατόν πιο ανυπόμονο τόνο στη φωνή της. Χωρίς να περιμένει καν την άλλη γυναίκα να βγει από τη σκηνή, συνέχισε να μιλάει. «Πες στον Άρχοντα Μπράυν πως οι Άες Σεντάι πάνε όπου θέλουν κι όποτε θέλουν». Έκλεισε ερμητικά το στόμα της πριν τον αποκαλέσει «Ράγκαν», αν και με αυτόν τον τρόπο φάνηκε ακόμα πιο επικριτική. Έτσι ήλπιζε, τουλάχιστον.
«Θα του το μεταβιβάσω, Μητέρα», απάντησε ο Ράγκαν κάνοντας ακόμα μία υπόκλιση. «Υπηρετώ με την καρδιά και την ψυχή μου».
Η Μάιγκαν χαμογέλασε αδιόρατα καθώς απομακρυνόταν ο άντρας. Γενικά, αποδοκίμαζε τους στρατιώτες —κατά την άποψή της, οι Πρόμαχοι ήταν καλοί κι απαραίτητοι, αλλά οι στρατιώτες τα έκαναν θάλασσα κι άφηναν τους άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα— αλλά δεν είχε πρόβλημα να υποστηρίξει οτιδήποτε θα έμπαινε σφήνα ανάμεσα στην Εγκουέν και στον Γκάρεθ Μπράυν, αν και το σωστότερο ήταν κάτι τέτοιο να υποστηριζόταν πρωτίστως από τη Λελαίν, μια κι η Μάιγκαν ήταν αφοσιωμένη σ’ αυτή τη γυναίκα από την κορυφή έως τα νύχια. Η Μυρέλ είχε πάρει απορημένη έκφραση. Απ’ όσο ήξερε, η Εγκουέν κι ο Άρχοντας Μπράυν τα πήγαιναν καλά.