Выбрать главу

Είμαι η καλύτερη κον έχει υπάρξει ποτέ, σκέφτηκε έντονα. Της το είχε πει κι η Κάντσουεϊν. Η καλύτερη! Μεταβάλλοντας ελαφρά την ύφανση, την άφησε να βυθιστεί στον ακίνητο άντρα.

Κάποιοι από τους υπηρέτες ούρλιαξαν ξαφνιασμένοι καθώς το κορμί του Ντομπραίν συσπάστηκε. Ο άντρας μισοανασηκώθηκε, τα βαθουλωτά του μάτια άνοιξαν διάπλατα και κάτι, που ακούστηκε σαν μακρόσυρτος επιθανάτιος ρόγχος, ξεχύθηκε από το στόμα του. Κατόπιν, τα μάτια του γύρισαν ανάποδα, γλίστρησε από την αρπάγη της κι έπεσε βαρύς πίσω, στο φορείο. Με γρήγορες κινήσεις, η Σαμίτσου διευθέτησε ξανά την ύφανση κι αναδίφησε ξανά, κρατώντας την ανάσα της. Ζούσε. Μετά βίας, βέβαια, κι ήταν τόσο αδύναμος που ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να πεθάνει, χωρίς μάλιστα να είναι εκείνες οι μαχαιριές υπεύθυνες παρά μόνο έμμεσα. Μέσα από το ξεραμένο αίμα που σβόλιαζε στα μαλλιά του, παρ’ ότι ξυρισμένα από το μέτωπό του, μπορούσε να διακρίνει τη ζαρωμένη ροζ γραμμή ενός καινούργιου και σαρκώδους σημαδιού κατά μήκος του κρανίου του. Κάτι παρόμοιο θα πρέπει να είχε και κάτω από το πανωφόρι του, που θα πρέπει να τον ενοχλούσε πολύ όταν κατέβαλλε οποιαδήποτε προσπάθεια, όπως το να ανασηκωθεί, αλλά προς το παρόν τουλάχιστον ζούσε, κι αυτό ήταν που μέτραγε. Προς το παρόν. Ωστόσο, το θέμα ήταν ποιος τον ήθελε νεκρό και για ποιο λόγο.

Απελευθερώνοντας τη Δύναμη, στάθηκε από πάνω του τρέμοντας. Το σαϊντάρ που έρρεε από μέσα της την έκανε πάντα να νιώθει εξαντλημένη. Ένας από τους υπηρέτες, κοιτώντας τη σαν χαμένος, της έδωσε διστακτικά το ύφασμα με το οποίο σκόπευε να καλύψει το πρόσωπο του κυρίου του, κι η Σαμίτσου το χρησιμοποίησε για να καθαρίσει τα χέρια της. «Βάλτε τον στο κρεβάτι του», είπε. «Δώστε του να πιει όσο περισσότερο υδρόμελο γίνεται. Είναι ανάγκη να ανακτήσει το γρηγορότερο τη δύναμή του. Και βρείτε μια Σοφή... ή, καλύτερα, μια Αναγνώστρια. Θα του χρειαστεί». Τώρα, δεν ήταν πια στο χέρι της να κάνει κάτι, και τα βότανα ίσως να βοηθούσαν. Αν μη τι άλλο, στην καλύτερη περίπτωση δεν θα του έκαναν ζημιά, προερχόμενα μάλιστα από μια Αναγνώστρια, και στη χειρότερη η γυναίκα θα φρόντιζε να του δώσουν την κατάλληλη ποσότητα υδρόμελου κι όχι παραπάνω.

Με κάμποσες υποκλίσεις και μουρμουρίζοντας ευχαριστίες, τέσσερις υπηρέτες πήραν το φορείο και κουβάλησαν τον Ντομπραίν βαθύτερα στα διαμερίσματά του. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους ακολούθησαν βιαστικά, με την ανακούφιση έντονα χαραγμένη στα πρόσωπά τους, κι οι άλλοι ξεχύθηκαν στον διάδρομο. Μια στιγμή αργότερα, ακούστηκαν χαρωπές κραυγές γεμάτες ζωηράδα, κι η Σαμίτσου άκουσε να αναφέρουν το όνομά της εξίσου συχνά με αυτό του Ντομπραίν. Πολύ ικανοποιητικό αυτό. Και θα ήταν ικανοποιητικότερο αν η Σασέιλ δεν της χαμογελούσε και δεν της ένευε επιδοκιμαστικά. Επιδοκιμαστικά! Την επόμενη φορά, θα της χάιδευε στοργικά το κεφάλι!