Выбрать главу

Γεννημένος ανάμεσα στα άλση και στους αμπελώνες που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των τραχιών λόφων, ανάμεσα στους αειθαλείς ελαιώνες που απλώνονταν σε σειρές, και στα στοιχισμένα αμπέλια που παρέμεναν άφυλλα έως την άνοιξη, ο παγωμένος άνεμος φυσούσε βορειοδυτικά, πάνω από τα εύφορα κτήματα που έστιζαν την έκταση μεταξύ των λόφων και του μεγάλου λιμανιού του Έμπου Νταρ. Η γη παρέμενε αδρανής από τον χειμώνα, μα άντρες και γυναίκες ήδη λάδωναν αλέτρια και τακτοποιούσαν χάμουρα, καθώς ετοιμάζονταν για την επερχόμενη σπορά. Λίγη σημασία έδιναν στα καραβάνια με τις κατάφορτες άμαξες που κινούνταν ανατολικά, κατά μήκος βρώμικων δρόμων, με επιβάτες που φορούσαν παράξενα ρούχα και μιλούσαν με αλλόκοτες προφορές. Πολλοί από τους ξένους έδιναν την εντύπωση αγροτών, με γνώριμα εργαλεία δεμένα πάνω στα κουτιά των κάρων τους, ενώ στις άμαξες υπήρχαν παράξενα φιντανάκια, με ρίζες τυλιγμένες σε τραχιά υφάσματα. Κατευθύνονταν σε ακόμα πιο μακρινές περιοχές, που δεν είχαν τίποτα κοινό με τη ζωή εδώ και τώρα. Το χέρι των Σωντσάν δεν έπεφτε βαρύ σε όσους δεν αμφισβητούσαν την εξουσία τους, κι οι αγρότες των Λόφων του Ράννον δεν είχαν υποστεί κανενός είδους αλλαγή στις ζωές τους. Για εκείνους, αυτό που μετρούσε πάντα ήταν αν θα έβρεχε ή όχι. Δυτικά και βόρεια φυσούσε ο άνεμος, κατά μήκος της πλατιάς γαλαζοπράσινης έκτασης του λιμανιού, όπου εκατοντάδες τεράστια αγκυροβολημένα πλοία λικνίζονταν στα ογκώδη κύματα. Η πλώρη μερικών ήταν υπερβολικά κυρτή και τα ξάρτια τους αποτελούνταν από ραβδωτά πανιά, ενώ η πρώρα άλλων ήταν μακρόστενη και τραχιά. Οι άντρες επάνω τους πάλευαν να συνταιριάξουν τα ιστία και τα άρμενα των πιο φαρδιών πλεούμενων. Ωστόσο, τα πλοιάρια στο λιμάνι δεν ήταν τόσο πολλά όσο κάποιες μέρες πριν. Πολλά εξ αυτών βρίσκονταν στα ρηχά, άλλα σαν καρβουνιασμένα ναυάγια που είχαν γείρει μονόμπαντα, κι άλλα καμένα σκαριά χωμένα στη βαθιά, γκρίζα λασπουριά σαν μαυρισμένοι σκελετοί. Μικρότερα σκάφη γλιστρούσαν στο λιμάνι, γέρνοντας κάτω από τριγωνικά κατάρτια ή έρποντας με τη βοήθεια των κουπιών, μοιάζοντας με πολύποδα σκαθάρια του νερού, μεταφέροντας ως επί το πλείστον εργάτες κι εφόδια για τα πλοία στα ρηχά. Άλλα μικρότερα σκάφη και μαούνες έπλεαν έχοντας προσδεμένους άφυλλους κορμούς δέντρων, οι οποίοι έμοιαζαν να αναδύονται από τα γαλαζοπράσινα νερά, κι από τα οποία οι άντρες βουτούσαν κρατώντας πέτρες, για να βυθιστούν πιο γρήγορα προς τα ναυάγια και να τα δέσουν με σχοινιά, σε μια προσπάθεια να ανελκύσουν και να περισώσουν όσο περισσότερα γινόταν. Πριν από έξι βράδια, ο θάνατος είχε βαδίσει σ’ ετούτα τα νερά. Η Μία Δύναμη είχε σκοτώσει γυναίκες κι άντρες κι είχε αφανίσει πλοία μες στο σκοτάδι, που το έσχιζαν ασημιές αστραπές κι από το οποίο εκσφενδονίζονταν πύρινες μπάλες. Τώρα, το τραχύ λιμάνι με τα λικνιστικά κύματα, γεμάτο έντονη δραστηριότητα, φάνταζε ειρηνικό συγκριτικά, με τον αφρό των κυμάτων να σηκώνεται από τον άνεμο που έπνεε βόρεια και δυτικά, στην εκβολή του Ποταμού Έλνταρ, στο σημείο όπου πλάταινε προς το λιμάνι, βόρεια, δυτικά και προς την ενδοχώρα.

Καθισμένος ανακούρκουδα πάνω σε ένα αγκωνάρι καλυμμένο με καφετιές λειχήνες, από τη μεριά της πλαισιωμένης με καλαμιώνες όχθης του ποταμού, ο Ματ κύρτωνε τους ώμους του για να προστατευθεί από τον αγέρα, βλαστημώντας σιωπηλά. Εδώ, δεν υπήρχε περίπτωση να βρει χρυσό, ούτε γυναίκες, ούτε χορό, ούτε κανενός είδους διασκέδαση. Αντιθέτως, μπορούσε να βρει κάμποση ταλαιπωρία και κακουχίες. Με λίγα λόγια κι υπό φυσιολογικές συνθήκες, ήταν το τελευταίο μέρος που θα διάλεγε στον κόσμο. Ο ήλιος μόλις είχε φανεί στον ορίζοντα, ο ουρανός πάνω από το κεφάλι του είχε γκρίζα απόχρωση, ενώ τα πυκνά, μαβιά σύννεφα, που έρχονταν από τη θάλασσα, ήταν φορτωμένα με βροχή. Ο χειμώνας φάνταζε παράταιρος δίχως χιόνι —δεν είχε δει ούτε μία νιφάδα στο Έμπου Νταρ— αλλά ο παγερός και υγρός πρωινός άνεμος από τα νερά του ποταμού μπορούσε να σε παγώσει μέχρι το κόκαλο εξίσου καλά με το χιόνι. Πριν από έξι βράδια είχε φύγει από την πόλη μες στην καταιγίδα, αλλά ο γοφός του συνέχιζε να πάλλεται από τον πόνο λες κι εξακολουθούσε να είναι μουσκεμένος και καθισμένος στη σέλα. Δεν ήταν ο κατάλληλος καιρός, ούτε η κατάλληλη ώρα της μέρας να βγει κάποιος έξω υπ’ ευθύνη του. Ευχήθηκε να είχε πάρει μαζί του έναν μανδύα. Ευχήθηκε, όμως, και να είχε παραμείνει στο κρεβάτι.