Δεν φοβόταν να αντικρίσει ξανά την Τουόν. Ούτε κατά διάνοια. Αφότου την παράχωσε σε εκείνη την άμαξα, είχε παραμείνει μακριά, για να της δώσει χρόνο να συνέλθει και να μαζέψει τα μυαλά της. Αυτό ήταν όλο. Μόνο που... Ψύχραιμη την είχε αποκαλέσει ο Ντόμον κι ήταν αλήθεια. Απαγμένη καταμεσής της νύχτας, αρπαγμένη μέσα στη θύελλα από ανθρώπους που, απ’ όσο καταλάβαινε κι η ίδια, θα μπορούσαν να της κόψουν τον λαιμό, και παρ’ όλ’ αυτά ήταν μακράν η ψυχραιμότερη όλων. Μα το Φως, όχι μόνο δεν ήταν αναστατωμένη, αλλά κάλλιστα θα μπορούσε να τα έχει σχεδιάσει η ίδια! Αυτό τον έκανε να αισθάνεται λες κι η αιχμή ενός μαχαιριού εξείχε από τους ώμους του· το ίδιο αισθανόταν όποτε τη σκεφτόταν. Τα ζάρια εξακολουθούσαν να κροταλίζουν στο κρανίο του.
Λίγο δύσκολο να τάζει αυτή η γυναίκα διάφορα από δω κι από κει, αναλογίστηκε με ένα γελάκι, μα ακούστηκε κάπως βεβιασμένο ακόμη και στον ίδιο. Ωστόσο, δεν υπήρχε κανένας λόγος να φοβάται. Απλώς, ήταν αρκετά επιφυλακτικός, όχι φοβισμένος.
Η έκταση του καταυλισμού κάλυπτε άνετα ένα μεγάλο χωριό, αλλά ένας περιπλανώμενος άντρας σύντομα θα βρισκόταν ξανά στην αρχή της πορείας του. Σύντομα, πολύ σύντομα μάλιστα, ο Ματ βρέθηκε να ατενίζει την άμαξα χωρίς παράθυρα, με το ξεθωριασμένο μωβ χρώμα, κυκλωμένη από καρότσες προμηθειών με θόλους από καναβάτσο, μπροστά από τους νότιους στάβλους. Τα καρότσια με τις κοπριές δεν είχαν απομακρυνθεί από το πρωί κι η μυρωδιά ήταν πολύ έντονη. Ο άνεμος κουβαλούσε μαζί του μια βαριά οσμή από τα διπλανά κλουβιά των ζώων, τις μυρωδιές που παρήγαγαν οι τεράστιες γάτες, οι αρκούδες και το Φως μόνο ήξερε τι άλλο. Πέρα από τις καρότσες με τα εφόδια και τους πασσάλους, ένα τμήμα του τοίχου από καναβάτσο έπεσε, ενώ ένα άλλο άρχισε να σείεται, καθώς οι άντρες χαλάρωναν τα σχοινιά που συγκρατούσαν τους στύλους. Ο ήλιος, μισοκρυμμένος τώρα από βαριά σύννεφα, είχε ήδη σκαρφαλώσει σχεδόν κατά το μισό έως το ζενίθ του, αλλά ήταν ακόμα πολύ νωρίς.
Ο Χάρναν κι ο Μέτγουιν, δύο από τους Κοκκινόχερους, είχαν ήδη προσδέσει το πρώτο ζευγάρι αλόγων στον άξονα της πορφυρής άμαξας, έχοντας σχεδόν τελειώσει και με το δεύτερο ζευγάρι. Ως στρατιώτες εκπαιδευμένοι στην Ομάδα του Κόκκινου Χεριού, ήταν έτοιμοι να πάρουν τους δρόμους τη στιγμή που όλοι όσοι ανήκαν στον θίασο δεν είχαν αποφασίσει ακόμη πού υποτίθεται ότι έπρεπε να βλέπουν τα άλογα. Ο Ματ είχε διδάξει την Ομάδα να κινείται γοργά σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, αν κι ο ίδιος έσερνε τα πόδια του σαν να ήταν κολλημένα σε λάσπη.
Ο Χάρναν, με αυτό το ανόητο τατουάζ του γερακιού πάνω στο μάγουλό του, ήταν ο πρώτος που τον πρόσεξε. Κάνοντας ένα βήμα πίσω, ο επικεφαλής της παράταξης με το θεληματικό σαγόνι αντάλλαξε ματιές με τον Μέτγουιν, έναν Καιρχινό με πρόσωπο μικρού αγοριού, η εμφάνιση του οποίου πρόδιδε την ηλικία του και την αδυναμία του για καυγάδες στα χάνια. Οι δύο άντρες δεν είχαν κανέναν λόγο να ξαφνιαστούν.
«Όλα καλά; Θα ήθελα να βρεθώ μακριά το συντομότερο». Τρίβοντας τις παλάμες του μεταξύ τους για να ζεσταθεί, ο Ματ έριξε μια ανήσυχη ματιά στην πορφυρή άμαξα. Ίσως θα έπρεπε να της είχε φέρει κάποιο δώρο, κανένα ασημικό ή, έστω, λουλούδια. Στις περισσότερες γυναίκες, αμφότερα είχαν την ίδια απήχηση.
«Ας τα λέμε καλά, Άρχοντά μου», αποκρίθηκε ο Χάρναν επιφυλακτικά. «Ούτε κραυγές, ούτε ουρλιαχτά, ούτε κλάματα». Κοίταξε προς το μέρος της άμαξας σαν να μην το πίστευε κι ο ίδιος.