Выбрать главу

»Σε λίγο θα έχεις καινούρια μητέρα, Λούθιεν», συνέχισε. «Να τη σέβεσαι και να τη φοβάσαι». Ο Ίθαν πήγε να ξεκινήσει, αλλά ο Λούθιεν, σαστισμένος κι έξαλλος από θυμό, άρπαξε το χαλινάρι και τον σταμάτησε.

»Μια γυναίκα που τη γνωρίζεις», συνέχισε ο Ίθαν. «Πρόσφατα ήσουν υπέρμαχός της στην αρένα».

Τα μάτια του Λούθιεν άνοιξαν διάπλατα από το σοκ. Η Αβονίζ; Δεν είναι δυνατόν! «Ποτέ!» διαμαρτυρήθηκε.

«Το πρωί της Κυριακής», τον διαβεβαίωσε ο Ίθαν. «Είναι έργο του δούκα», εξήγησε στον Λούθιεν. «Η αρχόντισσα Αβονίζ θα μείνει εδώ και θα παντρευτεί τον Γκάχρις, ο τέλειος κατάσκοπος για τον Μόρκνεϊ. Ένα δόλωμα που θα οδηγήσει στην πτώση του Οίκου των Μπέντγουιρ. Ή ο Γκάχρις θα υποκύψει στα γεγονότα ή ο Μόρκνεϊ θα έχει την αφορμή που θέλει για να ζητήσει από τον Γκρινσπάροου να γεμίσει το λιμάνι με μαύρα πανιά».

«Και πώς μπορείς να φύγεις σε τέτοιες στιγμές;» φώναξε απελπισμένα ο Λούθιεν βλέποντας τον προστατευμένο κόσμο, στον οποίο ζούσε, να γκρεμίζεται γύρω του.

«Πώς μπορώ να μείνω;» τον διόρθωσε ο Ίθαν. «Μου έδωσε εντολή ο Γκάχρις». Ο Ίθαν σταμάτησε και κοίταξε διαπεραστικά και επίμονα τον αδελφό του. Η ένταση των ματιών του ηρέμησε κάπως τον ταραγμένο νέο.

«Δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα για το πώς είναι τα πράγματα έξω από το Μπέντγουιντριν», είπε ο Ίθαν. «Δεν έχεις δει τα μάτια των φτωχών παιδιών που λιμοκτονούν στους δρόμους του Μόντφορτ. Δεν έχεις δει τους γεωργούς που φυτοζωούν με τσακισμένο το πνεύμα και εξανεμισμένη την περιουσία τους, εξαιτίας των φόρων που είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν. Δεν έχεις δει την ανήμπορη μανία του ανθρώπου που του παίρνουν την κόρη του για να την κάνουν “υπηρέτρια” στο σπίτι κάποιου ευγενή, κι ούτε έχεις ακούσει τις κραυγές μιας μητέρας που το παιδί της πέθανε στην αγκαλιά της, επειδή δεν είχε τίποτα να του δώσει να φάει.

Το χέρι του Λούθιεν που κρατούσε το χαλινάρι χαλάρωσε.

»Δεν δέχομαι τον κόσμο όπως είναι», συνέχισε ο Ίθαν. «Απλώς ξέρω πώς πρέπει να είναι. Και ο πατέρας μας, λακές ενός παράνομου βασιλιά, δεν έχει τη δύναμη και το κουράγιο να ορθώσει το παράστημά του και να συμφωνήσει μαζί μου».

Ο Ίθαν κατάλαβε ότι τα ωμά λόγια του είχαν αρχίσει επιτέλους να διαπερνούν τα πέπλα της αφέλειας του Λούθιεν. Ο αδελφός του δεν θα ήταν εκείνη τη στιγμή πιο σαστισμένος, ακόμη και αν ο Ίθαν τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι με σφυρί. Πέρα από όλες τις διαφορές τους, ο Ίθαν αγαπούσε και λυπόταν τον αδελφό του που δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη ζωή πριν τον Γκρινσπάροου, τον βασιλιά ο οποίος τους είχε κλέψει την ελευθερία τους.

«Έχε γεια, αδελφέ μου», είπε σοβαρός ο Ίθαν. «Είσαι ο μόνος από την οικογένειά μας που θα μου λείψει. Να έχεις τα μάτια σου στα παράθυρα και τα αυτιά σου στην πόρτα, και πάνω απ’ όλα να προσέχεις την αρχόντισσα Αβονίζ!» Σπιρούνισε το άλογο και ξεκίνησε αφήνοντας τον Λούθιεν στην αυλή μόνο του με τις ανησυχητικές του σκέψεις.

Ο Λούθιεν δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ και όλη την επόμενη μέρα περιπλανιόταν μόνος του. Δεν άκουσε καν την Κατρίν, που κάποια στιγμή τον είδε από μακριά στα χωράφια και του φώναξε. Την επόμενη νύχτα και πάλι δεν κοιμήθηκε, σκεφτόταν τον Ίθαν, τον Γκαρθ Ρόγκαρ, τη νέα εικόνα που είχε σχηματίσει για τον Γκάχρις.

Και πάνω απ’ όλα σκεφτόταν να συγκρουστεί με τον πατέρα του, να του ζητήσει εξηγήσεις για τις τρομερές κατηγορίες του Ίθαν. Μήπως υπάρχει και άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας; αναρωτιόταν.

Ήταν όμως ψεύτικη ελπίδα. Τα λόγια του Ίθαν είχαν ανοίξει τα νεανικά μάτια του Λούθιεν και δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τα κλείσει πάλι.

Και έτσι, το πρωί της επόμενης μέρας πήγε να δει τον Γκάχρις, όχι για να του ζητήσει εξηγήσεις αλλά για να του πει τις δικές του σκέψεις, να εκφράσει τον θυμό του για την τραγωδία στην αρένα και για το γεγονός ότι η αηδιαστική Αβονίζ θα γινόταν μητέρα του.

Χαμογέλασε όταν σκέφτηκε πόσο θα έμοιαζαν τα λόγια του με του Ίθαν, διερωτούμενος συγχρόνως αν ο πατέρας του θα τον έστελνε κι αυτόν σε κάποια ξένη χώρα να πάρει μέρος σε έναν μακρινό πόλεμο.

Μπήκε στο γραφείο χωρίς καν να χτυπήσει, όμως το δωμάτιο ήταν άδειο. Ο Γκάχρις είχε βγει ήδη για την πρωινή του ιππασία. Ο Λούθιεν γύρισε να φύγει, με σκοπό να κατεβεί στους στάβλους, να πάρει ένα άλογο και να πάει να τον αναζητήσει. Όμως, άλλαξε γνώμη σχεδόν αμέσως όταν συνειδητοποίησε ότι η Αβονίζ μπορεί να ήταν μαζί με τον πατέρα του. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να δει αυτήν τη γυναίκα.

Έτσι βολεύτηκε στο γραφείο, κατέβασε μερικά βιβλία από τα ράφια και τα ξεφύλλιζε, αφού άναψε φωτιά στο τζάκι. Ήταν καθισμένος στο άνετο κάθισμα με τα πόδια του απλωμένα πάνω στο γραφείο και ένα βιβλίο στο χέρι, όταν η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και μπήκε μέσα ένας σωματώδης φρουρός.