Η φρενίτιδα συνεχίστηκε για μερικά λεπτά αγωνίας ακόμη και μετά το πτερύγιο της φάλαινας κινήθηκε γρήγορα προς τον βορρά.
«Λούθιεν!» φώναξε ανήσυχος ο Όλιβερ.
Μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα η φάλαινα πετάχτηκε στον αέρα και βούτηξε πάλι στο νερό, χρησιμοποιώντας το άλμα για να στρίψει.
»Λούθιεν!» είπε πάλι ο Όλιβερ, και ο νεαρός Μπέντγουιρ κατάλαβε, χωρίς να κοιτάξει, ότι η φάλαινα είχε βρει τον επόμενο στόχο της.
Ο Λούθιεν είδε αμέσως ότι δεν προλάβαιναν να φτάσουν στην αποβάθρα του Εριαντόρ, που απείχε τουλάχιστον πενήντα μέτρα. Άφησε τη μανιβέλα και έτρεξε στη μια πλευρά του σκάφους, μετά στην άλλη, κοιτάζοντας γύρω του κι αναζητώντας μια λύση.
«Λούθιεν!» είπε πάλι ο Όλιβερ παγωμένος από το θέαμα της φάλαινας που πλησίαζε.
Ο Λούθιεν έτρεξε στην πρύμνη και κοίταξε αυτούς που παρακολουθούσαν από την αποβάθρα του νησιού. «Κόψτε το σχοινί!» τους φώναξε.
Στην αρχή δεν τον άκουσαν, ή ίσως δεν κατάλαβαν, μετά όμως ο Λούθιεν φώναξε πάλι δείχνοντας το σχοινί από πάνω του. Ο καπετάνιος έκανε αμέσως νόημα στον ναύτη, που έβαλε ένα μαχαίρι στα δόντια του και σκαρφάλωσε στον ψηλό, ξύλινο στύλο.
Το παλληκάρι πήγε δίπλα στον Όλιβερ για να κοιτάξει τη φάλαινα που πλησίαζε.
Εκατό μέτρα. Ογδόντα.
Πενήντα μέτρα. Ο Λούθιεν άκουσε τον χάφλινγκ να μουρμουρίζει και κατάλαβε ότι ο σύντροφός του προσευχόταν.
Ξαφνικά το σκάφος έγειρε στο πλάι αρχίζοντας να παρασέρνεται ελεύθερα από το ρεύμα — το σχοινί είχε κοπεί. Ο Λούθιεν τράβηξε τον Όλιβερ κοντά στα άλογά τους. Ο Ριβερντάνσερ και ο Θρεντμπέαρ ήταν ανήσυχοι, χλιμίντριζαν και χτυπούσαν κάτω τις οπλές τους σαν να καταλάβαιναν τον κίνδυνο. Ο Λούθιεν μάζεψε γρήγορα το κομμένο σχοινί κι έδεσε την άκρη του για να μη γλιστρήσει το σκάφος κατά μήκος του.
Το πτερύγιο της φάλαινας έστριψε ακολουθώντας την πορεία του σκάφος και πλησιάζοντας ολοένα.
Τριάντα μέτρα. Ο Όλιβερ έβλεπε πια το μαύρο μάτι της φάλαινας.
Το σκάφος είχε αναπτύξει αρκετή ταχύτητα χάρη στο γρήγορο ρεύμα, αλλά η φάλαινα ήταν ακόμη πιο γρήγορη.
Είκοσι μέτρα. Ο Όλιβερ προσευχόταν δυνατά.
Ξαφνικά, το σκάφος τραντάχτηκε χτυπώντας πάνω σε έναν βράχο και, όταν ο Όλιβερ και ο Λούθιεν κατάφεραν να ξεκολλήσουν το βλέμμα τους από τη φάλαινα, είδαν ότι βρίσκονταν τώρα πολύ κοντά στη βραχώδη ακτή. Κοίταξαν πάλι πίσω και είδαν το πτερύγιο της φάλαινας να στρίβει και να απομακρύνεται — το νερό ήταν πια πολύ ρηχό για να πλησιάσει κι άλλο. Η ανακούφιση των δύο φίλων δεν κράτησε πολύ όμως, γιατί το σκάφος συνέχιζε να κινείται γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι την προηγούμενη φορά, τότε που οι Κυκλωπιανοί είχαν κόψει το σχοινί κοντά στο νησί του Νταϊαμοντγκέιτ. Με τρόμο είδαν πως πλησίαζαν σε ένα απότομο, χαμηλό, βράχινο τείχος, όλο κοφτερές προεξοχές.
8
Ένας παράξενος δρόμος
«Ανέβα στο άλογό σου! Ανέβα στο άλογό σου!» φώναξε ο Όλιβερ, ενώ καβαλίκευε και ο ίδιος τον Θρεντμπέαρ σφίγγοντας δυνατά τα γκέμια για να συγκρατήσει το νευρικό ζώο.
Ο Λούθιεν υπάκουσε. Δεν ήξερε τι σκόπευε να κάνει ο Γασκόνος, αλλά ούτε και είχε κανένα καλύτερο σχέδιο. Μόλις καβαλίκεψε τον Ριβερντάνσερ και είδε τον Όλιβερ να φέρνει το πόνι στην πλευρά του σκάφους η οποία βρισκόταν απέναντι από εκείνη που θα χτυπούσε στα βράχια, άρχισε να μπαίνει στο νόημα.
«Πρέπει να κάνεις το άλμα την κατάλληλη στιγμή!» φώναξε ο Όλιβερ. Το πορθμείο τραντάχτηκε ξαφνικά καθώς ξύστηκε πάνω σε μερικούς βράχους. Η πιο ακρινή σανίδα της πρύμνης έσπασε και απέμεινε να επιπλέει στα απόνερα του σκάφους.
«Πηδάμε;» φώναξε ο Λούθιεν. Το πέτρινο τείχος στο οποίο πλησίαζαν είχε πολύ μικρό ύψος, γι’ αυτό ο Λούθιεν ήταν σίγουρος ότι ο Ριβερντάνσερ θα μπορούσε να το πηδήσει, αν βρίσκονταν σε στέρεο έδαφος. Όμως ένα σκάφος που βρίσκεται σε κίνηση και τραντάζεται δεν μπορεί να θεωρηθεί στέρεο έδαφος. Και υπήρχε επίσης κάτι ακόμη πιο σοβαρό: δεν ήξεραν τι μπορούσε να υπάρχει, από την πίσω πλευρά αυτού του βράχινου τείχους που τους εμπόδιζε τη θέα. Από την άλλη μεριά βέβαια, γνώριζαν πολύ καλά τι θα συνέβαινε αν δεν έκαναν το άλμα, κι έτσι, όταν ο Όλιβερ σπιρούνισε τον Θρεντμπέαρ αναγκάζοντάς τον να τρέξει με ένα σύντομο καλπασμό πάνω στο κατάστρωμα, τον ακολούθησε κι αυτός με τον Ριβερντάνσερ.
Ο Λούθιεν έχωσε το κεφάλι του μέσα στη φουντωτή χαίτη του αλόγου, δεν τολμούσε να κοιτάξει καθώς υψώνονταν μαζί στον αέρα, σπρωγμένοι ακόμα πιο δυνατά λόγω της ορμής του σκάφους. Πίσω του άκουσε τον κρότο από την πρόσκρουση του ξύλου πάνω στα βράχια και, μια στιγμή αργότερα, αισθάνθηκε ότι είχαν περάσει το τείχος.
Σήκωσε το κεφάλι τη στιγμή που ο Ριβερντάνσερ προσγειωνόταν με σύντομο τριποδισμό σε έναν μικρό, χλοερό λόφο. Ο Θρεντμπέαρ στεκόταν λίγο πιο κάτω χωρίς αναβάτη και με ένα μικρό γδάρσιμο στο μπροστινό του πόδι. Για μια στιγμή ο Λούθιεν φοβήθηκε ότι ο Όλιβερ είχε πέσει από τη σέλα στη μέση του άλματος και είχε χτυπήσει στις πέτρες, αλλά μετά τον είδε ξαπλωμένο στο υγρό γρασίδι να γελάει ασυγκράτητα.