Ο Λούθιεν αισθάνθηκε να ορθώνονται οι τρίχες του σβέρκου του. Ξεπρόβαλε το κεφάλι του από την εσοχή, κοίταξε δεξιά κι αριστερά και όταν στράφηκε πάλι στον Όλιβερ η έκφρασή του ήταν ανήσυχη.
«Κυκλωπιανοί και στις δύο γωνίες», είπε.
«Φυσικά», απάντησε ο Όλιβερ. «Ήταν εκεί από τη στιγμή που ήρθαμε…» Ο Όλιβερ σταμάτησε στη μέση της φράσης του βλέποντας ξαφνικά τα πράγματα με την ίδια καχυποψία που έδειχνε κι ο φίλος του.
«Ακριβώς», είπε ο Λούθιεν.
«Λες να μας έριξαν δόλωμα;» ρώτησε ο Όλιβερ.
Ο Λούθιεν έδειξε προς τα πάνω χωρίς να απαντήσει. «Στις στέγες;»
Ο Όλιβερ τοποθέτησε τα εργαλεία στη θέση τους και έβγαλε την αρπάγη. Αφού τη στριφογύρισε μερικές φορές, την εκτόξευσε και, όταν βεβαιώθηκε ότι έχει πιάσει, έδωσε την άκρη του σχοινιού στον Λούθιεν. «Μετά από σένα», είπε ευγενικά.
Ο Λούθιεν πήρε το σχοινί και τον αγριοκοίταξε, ξέροντας ότι ο λόγος που τον έστελνε πρώτο στη στέγη ήταν για να τραβήξει μετά εκείνος τον μικρόσωμο άνδρα πάνω και να μη χρειαστεί να σκαρφαλώσει ο ίδιος.
»Και μην ξεχάσεις να κοιτάξεις γύρω σου πριν με ανεβάσεις», συμπλήρωσε ο Όλιβερ.
Ο Λούθιεν αναστέναξε και άρχισε τη δύσκολη αναρρίχηση με το σχοινί. Όταν ανέβηκε μερικά μέτρα, ο Όλιβερ κάγχασε προσέχοντας ότι η πορφυρή σκιά του συντρόφου του είχε αποτυπωθεί στη βιτρίνα του μαγαζιού με τα αγαλματάκια από κασσίτερο.
Ο Λούθιεν συνέχισε να ανεβαίνει χωρίς να προσέχει τον Όλιβερ από κάτω. Όταν τον ανέβασε στη στέγη μετά από μερικά λεπτά, δεν παραξενεύτηκε ιδιαίτερα όταν είδε ότι ο φίλος του κρατούσε έναν σάκο γεμάτο με πορσελάνινα πιάτα και κρυστάλλινα ποτήρια.
«Δεν θα άφηνα να πάει χαμένη όλη η αποψινή δουλειά μας», του εξήγησε.
Άρχισαν να προχωρούν μέσα από τις ανοιχτές υδρορροές που υπήρχαν ανάμεσα στις ενωμένες μεταξύ τους σκεπές. Σε αντίθεση με το τμήμα της άνω πόλης που βρισκόταν κοντά στο εσωτερικό τείχος, εδώ όλα τα κτίρια ήταν κολλημένα μεταξύ τους, με αποτέλεσμα κάθε οικοδομικό τετράγωνο να είναι μια ενιαία επιφάνεια, ένα παράξενο τοπίο με ξυλοκεράμους και ψηλές καμινάδες. Καθώς προχωρούσαν, συχνά χωρίζονταν μεταξύ τους, έτσι, όταν σε μια στιγμή ο Λούθιεν είδε μπροστά του μια σκοτεινή μορφή σε μια υδρορροή ανάμεσα στις στέγες, νόμισε ότι ήταν ο Όλιβερ.
Πήγε να του ψιθυρίσει αλλά τότε, κατά καλή του τύχη, η μορψή κινήθηκε, οπότε ο Λούθιεν είδε ότι ήταν πολύ μεγαλύτερη από τον σύντροφό του.
Υπήρχαν Κυκλωπιανοί στις στέγες!
Ο Λούθιεν έπεσε μπρούμυτα κάτω, ευχαριστώντας άλλη μια φορά τον Θεό για τον πορφυρό μανδύα. Κοίταξε τριγύρω ελπίζοντας ότι ο Όλιβερ θα έλθει να κρυφτεί κι αυτός κάτω από τον μανδύα, αλλά, απ’ ό,τι φαινόταν, ο φίλος του είχε προχωρήσει στα αριστερά του από την άλλη μεριά της σκεπής. Το μόνο που μπορούσε να κάνει τώρα ήταν να ελπίζει ότι ο Όλιβερ θα αποδεικνυόταν εξίσου προσεκτικός και τυχερός με τον ίδιο.
Διακινδυνεύοντας μια παράτολμη απόφαση, το παλληκάρι έβγαλε το τόξο του και το ξεδίπλωσε βάζοντας στη θέση του τον πίρο. Ο Κυκλωπιανός στο αυλάκι της υδρορροής συνέχισε να κοιτάζει γύρω του — προφανώς δεν είχε καταλάβει ότι δεν είναι μόνος. Ο Λούθιεν ήξερε ότι μπορούσε να τον χτυπήσει, αλλά φοβόταν ότι αν η βολή του δεν τον σκότωνε ακαριαία, ο φρουρός με τις φωνές του θα έφερνε τους μισούς Πραιτωριανούς του Μόντφορτ.
Τελικά το δίλημμά του δεν κράτησε πολύ — μια στιγμή αργότερα άκουσε μια φωνή και έναν γδούπο, για να ακολουθήσει μια σειρά από χαρακτηριστικά πειράγματα με τη γνωστή φωνή ενός χάφλινγκ.
Ο Όλιβερ δεν είχε αιφνιδιαστεί. Καθώς προχωρούσε στην υδρορροή της πλευράς που έβλεπε προς τον δρόμο, πρόσεξε μια κίνηση κοντά στην υψηλή κορυφή της σκεπής. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι ήταν ο Λούθιεν, μετά όμως κατάλαβε ότι ο φίλος του δεν ήταν τόσο βλάκας ώστε να ανεβεί σε ένα τόσο ψηλό σημείο, όπου θα τον έβλεπαν από ένα τετράγωνο μακριά.
Συνέχισε να προχωρεί αναζητώντας μια καλύτερη θέση. Αν αυτές οι σκιές στην κορυφή της στέγης ήταν όντως Κυκλωπιανοί, μπορούσαν να τον πετάξουν εύκολα στο δρόμο γλιστρώντας απλώς στο κλίτος της σκεπής και πέφτοντας πάνω του. Έφτασε στην άκρη της σκεπής και πήγε να στρίψει δεξιά, αλλά σταμάτησε βλέποντας τον ίδιο Κυκλωπιανό που είχε εντοπίσει κι ο Λούθιεν. Ευτυχώς, ο βραδύστροφος μονόφθαλμος δεν τον πρόσεξε, κι έτσι ο Όλιβερ ακολούθησε το αυλάκι, αντιλαμβανόμενος ταυτόχρονα το παρήγορο γεγονός ότι η επόμενη στέγη δεν είχε τόσο απότομη κλίση.
Είχε την ελπίδα ότι θα κατάφερνε να κάνει τον κύκλο της στέγης και να πλησιάσει τον Κυκλωπιανό από την αντίθετη πλευρά από εκείνη όπου βρισκόταν τώρα ο Λούθιεν.