«Είμαι σκλάβα», απάντησε σαρκαστικά η γυναίκα. «Μισοξωτική. Κατώτερη από άνθρωπο». Παρά την περήφανη στάση της, ο τόνος της τώρα έδειχνε θυμό και αγανάκτηση.
«Στεκόμαστε στον δρόμο», τους θύμισε το αρσενικό ξωτικό, κάνοντας νόημα στον Όλιβερ να μπει στο σοκάκι. Ο χάφλινγκ είδε με ανακούφιση τον άνδρα να χαμηλώνει το ξίφος του, ενώ η γυναίκα χαλάρωνε τη χορδή του τόξου, βγάζοντας το βέλος.
Η σκλάβα έκανε νόημα στον Λούθιεν να την ακολουθήσει, αλλά κοντοστάθηκε για μια στιγμή καθώς ο νεαρός πέρασε μπροστά της, κοιτάζοντας με περιέργεια τη σκιά που είχε αφήσει πίσω του στον τοίχο. Χαμογελώντας σαν να κατανοούσε κάτι καινούργιο, ακολούθησε τον Λούθιεν στο δρομάκι.
«Είστε όλοι μισοξωτικοί λοιπόν», είπε ο Όλιβερ κοιτάζοντας τους τρεις κλέφτες.
«Εγώ είμαι καθαρόαιμη Νεραϊδογέννητη», απάντησε η γυναίκα με το τόξο. Κοίταξε τον άντρα και ήταν φανερό ότι υπήρχε κάποιος δεσμός ανάμεσά τους. «Αλλά δεν εγκαταλείπω τα αδέλφια μου τα ξωτικά».
«Οι Κάτερς», είπε ήρεμα ο Όλιβερ, και οι τρεις κλέφτες τον κοίταξαν έκπληκτοι.
»Μια διαβόητη ομάδα κλεφτών», εξήγησε ο Όλιβερ στον Λούθιεν που, προφανώς, δεν είχε ιδέα τις συνέβαινε. «Οι φήμες λένε ότι είστε όλοι Νεραϊδογέννητοι».
«Έχεις ακούσει λοιπόν για μας, χάφλινγκ», είπε η σκλάβα.
«Ποιος δεν σας έχει ακούσει σε όλο το Μόντφορτ;» απάντησε ο Όλιβερ, κι αυτό φάνηκε να τους ευχαριστεί.
«Δεν είμαστε όλοι γνήσια ξωτικά», είπε η μισοξωτική σκλάβα, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο της τον Λούθιεν με ένα βλέμμα που του έλιωσε την καρδιά.
«Σιόμπαν!» είπε αυστηρά ο άντρας.
«Δεν ξέρετε ποιον πιάσαμε;» ρώτησε ήρεμα εκείνη, κοιτάζοντας ακόμη τον Λούθιεν.
«Είμαι ο Όλιβερ ντε Μπάροους», επενέβη ο χάφλινγκ, σίγουρος ότι οι ξωτικοί συνάδελφοί του θα τον είχαν ακουστά. Προς μεγάλη του απογοήτευση όμως, κανείς από τους τρεις δεν του έδωσε σημασία.
«Άφησες μια παράξενη σκιά πίσω σου στο δρόμο», είπε η Σιόμπαν στον Λούθιεν. «Μια πορφυρή σκιά».
Ο Λούθιεν κοίταξε εκεί που στεκόταν προηγουμένως και μετά γύρισε στη Σιόμπαν σηκώνοντας απολογητικά τους ώμους.
«Η Πορφυρή Σκιά», είπε ο άντρας φανερά εντυπωσιασμένος. Έβαλε το ξίφος στη θήκη του γελώντας δυνατά.
«…Και ο Όλιβερ ντε Μπάροους!» επέμεινε ο χάφλινγκ.
«Εντάξει», είπε αδιάφορα ο άντρας χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον Λούθιεν.
«Η δράση σου μας είναι γνωστή», είπε η Σιόμπαν με ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο. Η καρδιά του Λούθιεν χτυπούσε τόσο δυνατά που άρχισε να φοβάται ότι από στιγμή σε στιγμή θα σταματήσει. «Εδώ που τα λέμε», συνέχισε η Σιόμπαν κοιτάζοντας τους φίλους της για επιβεβαίωση, «η δράση σου είναι γνωστή σε όλο το Μόντφορτ. Οι έμποροι τα έχουν χάσει, και πολλοί χαίρονται γι’ αυτό».
Ο Λούθιεν ήταν σίγουρος ότι το πρόσωπό του είχε γίνει πιο κόκκινο κι από τον μανδύα του. «Με τη βοήθεια του Όλιβερ», τραύλισε.
«Ναι, πες τα τους, πες τα τους!» μουρμούρισε ο θιγμένος Όλιβερ.
«Περίμενα ότι θα ήσουν πολύ μεγαλύτερος», συνέχισε η Σιόμπαν. «Ή ίσως ότι θα ήσουν ξωτικό, επειδή ζουν πιο πολύ».
Ο Λούθιεν την κοίταξε ερευνητικά. Θυμήθηκε αυτό που τους είχε πει ο Μπριντ’Αμούρ, ότι ο μανδύας ανήκε σε κάποιον φημισμένο κλέφτη. Φαίνεται ότι η Σιόμπαν είχε ακούσει για τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του μανδύα. Ο Λούθιεν χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε τι μπελάδες σίγουρα θα είχε δημιουργήσει εκείνη η πρώτη Πορφυρή Σκιά στο Μόντφορτ.
«Είναι αργά», είπε το θηλυκό ξωτικό που στεκόταν πιο κάτω, στον δρόμο. «Πρέπει να φύγουμε· κι εσύ», είπε στη Σιόμπαν, «πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι του αφέντη σου».
Η Σιόμπαν κατένευσε. «Δεν είμαστε όλοι οι Κάτερς Νεραϊδογέννητοι», είπε απευθυνόμενη στον Λούθιεν.
«Είναι πρόσκληση αυτό;» ρώτησε ο Όλιβερ.
Η Σιόμπαν κοίταξε τους συντρόφους της κι αυτοί μετά από μια στιγμή έκαναν ένα καταφατικό νεύμα. «Θεώρησέ το πρόσκληση», απάντησε η Σιόμπαν κοιτάζοντας πάλι τον Λούθιεν, έτσι ώστε το βλέμμα της τον έκανε να ελπίζει μέσα στα βάθη της καρδιάς του ότι η πρόταση αφορούσε σε κάτι παραπάνω από το να γίνουν απλώς μέλη της ομάδας της.
»Για σένα και τον περίφημο Όλιβερ ντε Μπάροους», πρόσθεσε, αλλά ο τόνος της έδειχνε ότι η προέκταση της πρόσκλησης και στον Όλιβερ, όσο διπλωματικά και αν την είχε διατυπώσει, γινόταν από ευγένεια και μόνο.
Ο Λούθιεν κοίταξε τον Όλιβερ, ο οποίος έκανε ένα ανεπαίσθητο, αρνητικό νεύμα.
«Σκέψου το», είπε η Σιόμπαν στον Λούθιεν. «Οι καλές διασυνδέσεις έχουν πολλά πλεονεκτήματα». Του άστραψε για άλλη μια φορά το εκθαμβωτικό της χαμόγελο, σαν να επιβεβαίωνε στον κεραυνοβολημένο νέο ότι δεν είχε κατά νου μόνο μια συνεργασία μεταξύ κλεφτών. Μετά, χαιρετώντας με ένα νεύμα τους συντρόφους της, γύρισε και κατευθύνθηκε προς το αυτοσχέδιο σχοινί της.