«Χρυσό μου αγοράκι, μην κλαις, η μαμά δε θα τον αφήσει να χαλάσει τη μέρα σου!» είπε αμέσως η θεία Πετούνια, αγκαλιάζοντας το γιο της.
«Δε... θέλω... να 'ρθει... μαζί μας!» φώναξε ο Ντάντλι ανάμεσα στους ψεύτικους λυγμούς του. «Γιατί... χαλάει... την παρέα». Κι έριξε ένα μοχθηρό βλέμμα στον Χάρι πάνω από τα μπράτσα της μητέρας του.
Σχεδόν αμέσως χτύπησε το κουδούνι. «Αχ, θ ε έ μου, ήρθαν κιόλας!» φώναξε η θεία Πετούνια. Λίγες στιγμές αργότερα ο στενός φίλος του Ντάντλι, ο Πιρς Πόλκις, μπήκε μέσα με τη μητέρα του. Ο Πιρς ήταν ένα αδύνατο αγόρι με πρόσωπο σαν του ποντικού. Συνήθως ήταν αυτός που κρατούσε τα χέρια των άλλων παιδιών πίσω απ' την πλάτη τους, όταν ο Ντάντλι τα χτυπούσε με τις γροθιές του. Μόλις τον είδε, ο Ντάντλι σταμάτησε αμέσως τα ψευτοκλάματα.
Μισή ώρα αργότερα ο Χάρι, που ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει στη μεγάλη του τύχη, ήταν καθισμένος στο πίσω μέρος του αμαξιού των Ντάρσλι, μαζί με τον Ντάντλι και τον Πιρς, και πήγαινε στο ζωολογικό κήπο για πρώτη φορά στη ζωή του. Ο θείος και η θεία του δεν είχαν μπορέσει να βρουν πού αλλού να τον αφήσουν. Προτού ξεκινήσουν, ο θείος Βέρνον είχε πάρει παράμερα τον Χάρι.
«Σε προειδοποιώ», του είπε, φέρνοντας το χοντρό και κατακόκκινο πρόσωπο του πολύ κοντά σιο δικό του, «σε προειδοποιώ, λέω, πως, αν κάνεις τίποτα, έστω και το παραμικρό, θα μείνεις στην αποθήκη από τώρα ως τα Χριστούγεννα!»
«Δε θα κάνω τίποτα», είπε ο Χάρι. «Αλήθεια!»
Αλλά ο θείος Βέρνον δεν τον πίστεψε. Εξάλλου κανείς ποτέ δεν τον πίστευε.
Το πρόβλημα ήταν πως πολλές φορές συνέβαιναν διάφορα περίεργα πράγματα με τον Χάρι. Τους εξηγούσε βέβαια πως δεν ήταν εκείνος που τα προκαλούσε, αλλά αυτό δεν ωφελούσε σε τίποτα.
Μια φορά η θεία Πετουνια, κουρασμένη πια να βλέπει τον Χάρι να γυρίζει απ' τον κουρέα σαν να μην είχε πάει καθόλου εκεί, είχε πάρει ένα ψαλίδι κι είχε κόψει τα μαλλιά του πολύ κοντά, έτσι που να φαίνεται σχεδόν φαλακρός, εκτός απ' τη φράντζα στο μετωπό του, που την είχε αφήσει για να κρύβει «αυτό το απαίσιο σημάδι», όπως έλεγε. Ο Ντάντλι είχε πεθάνει στα γέλια βλέποντας τον Χάρι, ο οποίος έμεινε όλη νύχτα ξάγρυπνος· σκεφτόταν πώς θα τον αντιμετώπιζαν την άλλη μέρα στο σχολείο, όπου τον περιγελούσαν συνέχεια για τα φαρδιά ρούχα και τα στερεωμένα με σελοτέιπ γυαλιά του. Όμως την άλλη μέρα το πρωί ο Χάρι διαπίστωσε πως στη διάρκεια της νύχτας τα μαλλιά του είχαν φυτρώσει και μακρύνει τόσο πολύ, όσο προτού τον κουρέψει σχεδόν γουλί η θεία του την προηγουμένη. Είχε τιμωρηθεί να μείνει κλεισμένος στην αποθήκη του μια ολόκληρη εβδομάδα γι' αυτό, μολονότι μάταια προσπαθούσε να της εξηγήσει πως κι ο ίδιος δεν καταλάβαινε πώς έγινε και ξαναφύτρωσαν τα μαλλιά του τόσο γρήγορα.
Μιαν άλλη φορά, πάλι, η θεία Πετούνια προσπάθησε να του φορέσει ένα απαίσιο παλιό πουλόβερ του Ντάντλι (καφέ με πορτοκαλί βούλες). Όσο όμως πάλευε να το περάσει από το κεφάλι του, τόσο το πουλόβερ έδειχνε να στενεύει, ώσπου στο τέλος μόνο ένα κουταβάκι θα μπορούσε να το φορέσει. Η θεία Πετούνια έβγαλε τότε το συμπέρασμα πως θα πρέπει να είχε «μπει» στο πλυντήριο. Έτσι, προς μεγάλη του ανακούφιση, ο Χάρι δεν είχε τιμωρηθεί εκείνη τη φορά.
Κάποια άλλη φορά ο Χάρι είχε μπλέξει πολύ άσχημα, επειδή είχε βρεθεί στη σκεπή του κτιρίου που στέγαζε τις σχολικές κουζίνες. Ο Ντάντλι κι η παρέα του τον είχαν πάρει στο κυνήγι, όπως συνήθως. Ξαφνικά, προς μεγάλη κατάπληξη και του ίδιου του Χάρι, είχε βρεθεί επάνω στη σκεπή. Οι Ντάρσλι είχαν πάρει ένα πολύ αυστηρό γράμμα απ' τη δασκάλα τού Χάρι, που τους έγραφε πως ο ανιψιός τους σκαρφάλωνε στα σχολικά κτίρια. Το μόνο, όμως, που ο Χάρι είχε προσπαθήσει να κάνει (όπως είχε φωνάξει και στο θείο Βέρνον πίσω απ' την κλειδωμένη πόρτα της αποθήκης του), ήταν να πηδήσει πίσω απ' τους μεγάλους κάδους των σκουπιδιών και να κρυφτεί εκεί. Το πώς είχε βρεθεί στη σκεπή, ούτε κι ο ίδιος μπορούσε να το καταλάβει! Υπέθετε πως, ενώ πηδούσε, ο αέρας τον είχε παρασύρει και τον είχε ανεβάσει εκεί πάνω.
Σήμερα, όμως, ο Χάρι ήταν αποφασισμένος πως τίποτα δε θα πήγαινε στραβά. Δεν τον πείραζε, μάλιστα, ούτε η παρέα του Ντάντλι και του Πιρς, αφού θα περνούσε τη μέρα του κάπου αλλού εκτός απ' το σχολείο, την αποθήκη που ήταν το δωμάτιο του, ή το σπίτι της κυρίας Φιγκς που μύριζε λάχανο.
Ενώ οδηγούσε, ο θείος Βέρνον παραπονιόταν στη θεία Πετούνια. Του άρεσε να παραπονιέται για όλους και για όλα: τους υπαλλήλους στο γραφείο, τον Χάρι, το δημοτικό συμβούλιο της περιοχής, τον Χάρι, την τράπεζα, τον Χάρι κι άλλα πολλά. Σήμερα το πρωί, όμως, παραπονιόταν για τις μοτοσικλέτες.