Κι όμως, ο Χάρι Πότερ ζούσε ακόμη εκεί. Κοιμόταν βέβαια τώρα, αλλά όχι για πολλή ώρα ακόμη. Η θεία του, η Πετούνια, είχε ξυπνήσει και η δική της στριγκή φωνή ήταν ο πρώτος θόρυβος που ακούστηκε εκείνη τη μέρα.
«Ξύπνα! Τώρα αμέσως! Σήκω πάνω!»
O Χάρι ξύπνησε απότομα. Η θεία του ξαναχτύπησε την πόρτα.
«Ξύπνα, είπα!» φώναξε.
Ο Χάρι την άκουσε στη συνέχεια να προχωρεί προς την κουζίνα και να βάζει το τηγάνι επάνω στο ηλεκτρικό μάτι. Μισοκοιμισμένος ακόμη, γύρισε ανάσκελα και προσπάθησε να θυμηθεί το όνειρο που έβλεπε πριν ξυπνήσει. Ήταν ένα ωραίο όνειρο: κάτι για μια μοτοσικλέτα που πετούσε... Κι ήταν σχεδόν απόλυτα σίγουρος πως είχε δει κι άλλες φορές αυτό το όνειρο.
Η θεία του, όμως, είχε έρθει πάλι στην πόρτα.
«Σηκώθηκες, επιτέλους;» του φώναξε.
«Σχεδόν», αποκρίθηκε ο Χάρι.
«Κουνήσου, λοιπόν! Θέλω να 'ρθεις στην κουζίνα, να προσέχεις το μπέικον. Και μην τολμήσεις να τ' αφήσεις να καεί. Τα θέλω όλα τέλεια στα γενέθλια του Ντάντλι!»
Ο Χάρι βόγκηξε απελπισμένος.
«Τι είπες;» φώναξε η θεία Πετούνια.
«Τίποτα, τίποτα...»
Τα γενέθλια του Ντάντλι!... Πώς μπορούσε να τα ξεχάσει; Ο Χάρι σηκώθηκε αργά απ' το κρεβάτι κι άρχισε να ψάχνει για κάλτσες. Βρήκε ένα ζευγάρι κάτω απ' το κρεβάτι του κι αφού έδιωξε από πάνω τους μιαν αράχνη, τις φόρεσε. Ο Χάρι είχε πια συνηθίσει τις αράχνες, γιατί η μικρή αποθήκη κάτω απ' τη σκάλα ήταν γεμάτη απ' αυτές. Εκεί κοιμόταν.
Αφού ντύθηκε, ο Χάρι διέσχισε το χολ και μπήκε στην κουζίνα. Το τραπέζι σχεδόν δε φαινόταν κάτω απ' τα πακέτα με τα δώρα για τον Ντάντλι. Ήταν φανερό πως ο Ντάντλι και το καινούριο κομπιούτερ που ήθελε είχε πάρει, και τη δεύτερη συσκευή τηλεόρασης και το σπορ ποδήλατο. Τώρα για ποιο λόγο ο Ντάντλι ήθελε σπορ ποδήλατο, παρέμενε μεγάλο μυστήριο για τον Χάρι, γιατί ο Ντάντλι ήταν πολύ παχύς και μισούσε κάθε είδους σωματική άσκηση. Εκτός, Βέβαια, αν σωματική άσκηση σήμαινε το να δέρνει κάποιον! Απ' όλους, ο Ντάντλι προτιμούσε να δέρνει τον εξάδελφο του, τον Χάρι, μολονότι σπάνια κατάφερνε να τον πιάσει. Μπορεί να μην του φαινόταν, αλλά ο Χάρι ήταν πολύ γρήγορος.
Ίσως η εμφάνιση του να είχε σχέση με το ότι ζούσε και κοιμόταν σε μια σκοτεινή αποθήκη, αλλά ο Χάρι ήταν πάντα μικροκαμωμένος και αδύνατος για την ηλικία του. Έδειχνε, μάλιστα, ακόμη πιο μικρόσωμος και αδύνατος, γιατί φορούσε πάντα παλιά ρούχα του Ντάντλι κι ο Ντάντλι ήταν τουλάχιστον τέσσερις φορές πιο μεγαλόσωμος απ' αυτόν. Ο Χάρι είχε λεπτό πρόσωπο, κοκαλιάρικα γόνατα, μαύρα μαλλιά κι λαμπερά πράσινα μάτια. Φορούσε γυαλιά με στρογγυλούς φακούς, στερεωμένα εδώ κι εκεί με σελοτέιπ, γιατί έσπαγαν κάθε φορά που ο Ντάντλι του έδινε μια γροθιά στη μύτη. Το μόνο πράγμα που άρεσε στον Χάρι απ' την εμφάνιση του, ήταν το λεπτό σημάδι σε σχήμα κεραυνού που είχε στο μέτωπο του. Το είχε σ' όλη του τη ζωή κι η πρώτη ερώτηση που θυμόταν να έχει κάνει στη θεία του Πετούνια, ήταν για το πώς το είχε αποκτήσει το σημάδι.
«Στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα που σκοτώθηκαν οι γονείς σου», του είχε απαντήσει. «Και μην κάνεις ερωτήσεις!»
Μην κάνεις ερωτήσεις. Αυτός ήταν ο πρώτος κανόνας για μια ήσυχη ζωή με τους Ντάρσλι.
Ο θείος Βέρνον μπήκε στην κουζίνα ενώ ο Χάρι γύριζε το μπέικον στο τηγάνι.
«Χτένισε τα μαλλιά σου!» του φώναξε, αντί για καλημέρα.
Περίπου μια φορά την εβδομάδα, ο θείος Βέρνον σήκωνε το βλέμμα του απ' την εφημερίδα του και φώναζε πως ο Χάρι ήθελε κούρεμα. Στη σύντομη ζωή του, ο Χάρι θα πρέπει να είχε κουρευτεί πιο πολλές φορές απ' όσες όλα τα παιδιά της τάξης του μαζί, αλλά αυτό δεν ωφελούσε σε τίποτα, γιατί τα μαλλιά του φύτρωναν πάντα ακατάστατα.