Ο Χάγκριντ έδειχνε πολύ ευχαριστημένος με το απόκτημα του, αλλά η Ερμιόνη καθόλου.
«Μα, Χάγκριντ», του θύμισε, «το σπίτι σου είναι ξύλινο! Δε φοβάσαι την πυρκαγιά;»
Ο Χάγκριντ όμως, χωρίς να της δώσει σημασία, έριξε άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά. Έτσι, τώρα, τα τρία παιδιά είχαν και κάτι άλλο για ν' ανησυχούν. Τι θα πάθαινε ο Χάγκριντ, αν κάποιος μάθαινε πως έκρυβε έναν παράνομο δράκο στην καλύβα του;
«Αναρωτιέμαι πώς θα είναι να ζει κανείς μια ήσυχη ζωή!» αναστέναξε κάποια στιγμή ο Ρον, ένα από τα βράδια που μελετούσαν όλοι ως αργά.
Η Ερμιόνη είχε τώρα αρχίσει να φτιάχνει καταλόγους για τις επαναλήψεις που έπρεπε να κάνουν, γεγονός που έκανε τον Χάρι και τον Ρον έξαλλους.
Ένα πρωί, στο πρόγευμα, η Χέντβιχ, η κουκουβάγια του Χάρι, έφερε στον κύριο της άλλο ένα σημείωμα από τον Χάγκριντ. Μονάχα μια φράση: Το αβγό είναι έτοιμο να σκάσει.
Αμέσως ο Ρον πρότεινε να κάνουν σκασιαρχείο από το μάθημα της ερπετολογίας και να πάνε στην καλύβα του Χάγκριντ, αλλά η Ερμιόνη ούτε που να το ακούσει.
«Ερμιόνη», της είπε τότε ο Ρον, «αυτή είναι μια μοναδική ευκαιρία. Πόσες φορές στη ζωή μας θα δούμε ένα δράκο να βγαίνει από το αβγό του;»
«Δεν ακούω τίποτα!» φώναξε εκείνη. «Έχουμε μαθήματα, οι διαγωνισμοί πλησιάζουν, θα μπλέξουμε άσχημα αν μας πιάσουν... Άσε τι θα πάθει ο Χάγκριντ, αν μαθευτεί πως έχει έναν...»
«Πάψε πια!» της ψιθύρισε Βιαστικά ο Χάρι.
Μετά, με μια κίνηση του κεφαλιού του, της έδειξε τον Μαλφόι, ο οποίος περνούσε από κει κοντά κι είχε σταματήσει για να κρυφακούσει. Πόσα, άραγε, να είχε καταλάβει; Η έκφραση στο μοχθηρό πρόσωπο του δεν άρεσε καθόλου στον Χάρι.
Στο τέλος η Ερμιόνη συμφώνησε να παρακολουθήσουν το μάθημα της ερπετολογίας και ύστερα να πάνε στην καλύβα του Χάγκριντ, στη διάρκεια του πρωινού διαλείμματος. Έτσι, όταν η καμπάνα του κάστρου σήμανε το διάλειμμα, τα τρία παιδιά άφησαν τις τσάντες τους κι έτρεξαν στην άκρη του απαγορευμένου δάσους. Ο Χάγκριντ τους άνοιξε την πόρτα, έτοιμος να σκάσει από τη χαρά του.
«Είναι έτοιμος να βγει!» τους είπε.
Το αβγό το είχε τοποθετημένο στη μέση του τραπεζιού. Ραγίσματα ξεχώριζαν στο τσόφλι του. Κάτι κουνιόταν στο εσωτερικό του κι ένας σιγανός θόρυβος ακουγόταν, λες και κάποιο νύχι χτυπούσε το τσόφλι.
Όλοι τράβηξαν τις καρέκλες τους κοντά στο τραπέζι, κάθισαν κι άρχισαν να παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα.
Ξαφνικά ακούστηκε ένα δυνατό «κρακ» και το αβγό έσπασε. Ο νεογέννητος δράκος κατρακύλησε στην επιφάνεια του τραπεζιού. Κανείς δε θα τον έλεγε χαριτωμένο. Κοιτάζοντας τον, ο Χάρι έκανε τη σκέψη πως έμοιαζε με τσαλακωμένη μαύρη ομπρέλα! Τα αγκαθωτά φτερά του ήταν τεράστια σε σύγκριση με το αδύνατο και κατάμαυρο σώμα του. Το μουσούδι του ήταν μακρύ και με μεγάλα ρουθούνια, ενώ στο μέτωπο του τα κέρατα μόλις που ξεχώριζαν. Τα πεταχτά μάτια του είχαν πορτοκαλί χρώμα.
Όταν, μερικές στιγμές αργότερα, φταρνίστηκε, σπίθες φωτιάς πετάχτηκαν από τα ρουθούνια του.
«Δεν είναι πανέμορφος;» είπε ο Χάγκριντ κι άπλωσε το χέρι του για να τον χαϊδέψει. Αμέσως ο δράκος προσπάθησε να δαγκώσει τα δάχτυλα του Χάγκριντ με τα μικρά αλλά κοφτερά δόντια του.
«Α, το χρυσούλι μου! Ίδιος η μαμά του!» είπε ο Χάγκριντ.
«Χάγκριντ», ρώτησε η Ερμιόνη, «πόσο γρήγορα μεγαλώνουν οι δράκοι;»
Ο γίγαντας άνοιξε το στόμα του για ν' απαντήσει, αλλά ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος κι έτρεξε προς το παράθυρο.
«Τι τρέχει;»
«Κάποιος κοιτούσε μέσα από τις κουρτίνες. Είδα το πρόσωπο του! Κάποιο παιδί απ' το σχολείο...» είπε ο Χάγκριντ.
Ο Χάρι έτρεξε αμέσως στην πόρτα και την άνοιξε. Το παιδί που απομακρυνόταν τρέχοντας ήταν ο Μαλφόι. Κι ο Μαλφόι είχε δει το δράκο. Το εκδικητικό χαμόγελο δεν εννοούσε να φύγει από το πρόσωπο του Μαλφόι όλη την επόμενη εβδομάδα. Αυτό ανησυχούσε ιδιαίτερα τον Χάρι, τον Ρον και την Ερμιόνη. Π' αυτό και περνούσαν σχεδόν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους στην καλύβα του Χάγκριντ, προσπαθώντας να τον λογικέψουν.
«Ασ' τον να φύγει!» επέμενε ο Χάρι. «Ελευθέρωσε τον!»
«Δεν μπορώ...» απαντούσε ο γίγαντας. «Είναι τόσο μικρός ακόμη... θα ψοφήσει...»
Γύρισαν όλοι μαζί προς το δράκο. Το μήκος του είχε τριπλασιαστεί μέσα σε μια εβδομάδα και καπνός έβγαινε τώρα συνέχεια από τα ρουθούνια του. Ο Χάγκριντ παραμελούσε συνεχώς τα καθήκοντα του στο «Χόγκουαρτς», γιατί ο δράκος τον απασχολούσε πολλές ώρες. Και το πάτωμα της καλύβας του ήταν γεμάτο φτερά κοτόπουλου κι άδειες μπουκάλες κονιάκ.