26
Ο δαίμονας και ο Παλαδίνος
Η πρώτη παρόρμηση του Λούθιεν ήταν να τρέξει στην Κατρίν, αλλά ήταν αρκετά ψύχραιμος για να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος τρόπος για να σωθούν ήταν να σκοτώσει όσο γίνεται πιο γρήγορα τον μάγο και τον δαίμονα. Έτρεξε προς το κρεβάτι, αλλά μετά έστριψε ξαφνικά δεξιά σηκώνοντας τον Τυφλωτή ψηλά και με τα δύο χέρια.
Ο μάγος πετάχτηκε πάνω στριγγλίζοντας, φέρνοντας τα κοκαλιάρικα χέρια μπροστά του σε μια αδύναμη προσπάθεια να προστατευτεί. Ο Λούθιεν ξεφώνισε θριαμβευτικά κατεβάζοντας το σπαθί σε μια θανάσιμη κυκλική τροχιά ακριβώς κάτω από τα χέρια του μάγου και γρύλλισε άγρια καθώς η λεπίδα χτύπησε στα πλευρά του μάγου. Είδε τα καφεκίτρινα ρούχα του, ταιριαστό χρώμα για τον αρρωστιάρη δούκα, να διπλώνουν από την ορμή του χτυπήματος και να ακολουθούν την τροχιά της λεπίδας.
Ο Τυφλωτής είχε ήδη διαγράψει ένα ημικύκλιο από αριστερά προς τα δεξιά παρασέρνοντας και τα ρούχα μαζί, πριν αντιληφθεί ο Λούθιεν ότι ο Πάραγκορ δεν ήταν εκεί, ότι με κάποιο ακατανόητο τρόπο ο μάγος δεν ήταν πια μέσα στα ρούχα. Ο Λούθιεν παραπάτησε μισοχάνοντας την ισορροπία του καθώς το σπαθί δεν βρήκε τίποτα να χτυπήσει. Μόλις ξαναναβρήκε την ισορροπία του, στράφηκε με τα ρούχα του δούκα τυλιγμένα ακόμη πάνω στο σπαθί του.
Είδε μια λάμψη μπροστά στον τοίχο πίσω από το κρεβάτι καθώς ο Πάραγκορ ξανάπαιρνε υλική μορφή, φορώντας ίδια ρούχα με αυτά που ήταν μπερδεμένα στο σπαθί του Λούθιεν. Την ίδια στιγμή ο Πρεχοτέκ, με τα μάτια του να λάμπουν και τη μανία του συγκεντρωμένη στον Λούθιεν, πήδησε πάνω από το κρεβάτι περνώντας δίπλα από την Κατρίν. Τα μεγάλα φτερά του έριξαν κάτω τον έναν από τους Κυκλωπιανούς χτυπώντας συγχρόνως την Κατρίν και τον άλλο μονόφθαλμο.
Ο Λούθιεν κατάλαβε ότι κινδύνευε θανάσιμα.
Ο Όλιβερ, όπως και ο Λούθιεν, σκέφτηκε αμέσως ότι το κλειδί αυτής της σύγκρουσης ήταν να σκοτώσουν τον μάγο. Και όπως επίσης ο Λούθιεν, γρήγορα κατάλαβε ότι αυτό δεν θα ήταν τόσο εύκολο. Στην αρχή ο χάφλινγκ όρμησε δεξιά ακολουθώντας τον νεαρό Μπέντγουιρ. Μετά, βλέποντας ότι ο φίλος του θα χτυπούσε τον Πάραγκορ, έστριψε προς τη μέση του δωματίου, προς την Κατρίν. Τα μάτια του γούρλωσαν όταν αντιλήφθηκε τη μαγική απόδραση του Πάραγκορ, όμως γούρλωσαν ακόμη περισσότερο όταν είδε τον Πρεχοτέκ, τον γιγάντιο, φριχτό Πρεχοτέκ να περνά πάνω από το κρεβάτι!
Με μια στριγγλιά, ο Όλιβερ έκανε βουτιά περνώντας κάτω από τον Κυκλωπιανό που έπεφτε και γλιστρώντας κάτω από το κρεβάτι. Ευκίνητος όπως ήταν, στράφηκε και ξαναβγήκε από εκεί που είχε μπει, για να καρφώσει τον πεσμένο μονόφθαλμο με το ξίφος του. Τον χτύπησε μια φορά, μετά δεύτερη, τρίτη, αλλά ο ξεροκέφαλος Κυκλωπιανός σηκώθηκε στα γόνατα μουγκρίζοντας σαν ζώο και γυρίζοντας για να αντιμετωπίσει τον χάφλινγκ.
Ο Όλιβερ, αφού τον κάρφωσε άλλη μια φορά καθώς γύριζε, μετά έβγαλε μια δεύτερη στριγγλιά και χώθηκε πάλι κάτω από το κρεβάτι με τον μανιασμένο Κυκλωπιανό πίσω του.
Από την αρχή η Κατρίν δεν ήταν υπόδειγμα αιχμάλωτης, όμως τώρα επιβεβαίωσε την αρχική της φήμη. Καθώς περνούσε ο Πρεχοτέκ, δέχτηκε ένα χτύπημα από το φτερό του που την κόλλησε στο κρεβάτι κόβοντάς της την ανάσα. Το ένστικτο της φώναζε να τρέξει κοντά στον Λούθιεν για να πεθάνει δίπλα του, γιατί φανταζόταν ότι ήταν αδύνατο να νικήσει αυτό το τέρας. Ταυτόχρονα όμως ήθελε να προκαλέσει όσο μεγαλύτερη ζημιά μπορούσε, έτσι, όταν τη χτύπησε το φτερό και την έριξε πίσω, ακολούθησε την ορμή της κίνησης και έσφιξε τους μυώνες της καθώς έπεφτε στο μαλακό κρεβάτι με τόση δύναμη ώστε αναπήδησε πάλι αμέσως σε καθιστή στάση. Ο δεύτερος Κυκλωπιανός που, έχοντας πέσει ο μισός πάνω στο κρεβάτι και ο μισός κάτω, ήταν ακόμη ζαλισμένος από το χτύπημα του φτερού, παρακολουθούσε περισσότερο τον σύντροφό του ο οποίος προσπαθούσε να τρυπώσει κάτω από το κρεβάτι, παρά την Κατρίν.
Τα χέρια της Κατρίν πέρασαν γύρω από τους ώμους του και η αλυσίδα, που έδενε τους καρπούς της, του έγδαρε το πρόσωπο καθώς κατέβαζε τα χέρια της μπροστά στον χοντρό λαιμό του. Την επόμενη στιγμή ο Κυκλωπιανός αισθάνθηκε δυο πόδια στην πλάτη του, την ώρα που η Κατρίν άρχισε να τραβάει και να σπρώχνει με όλη της τη δύναμη, με την αλυσίδα να σφίγγεται στον λαιμό του μονόφθαλμου.
Η κύρια σκέψη στον νου του Πάραγκορ, όταν εξαφανίστηκε πριν τον φτάσει το ξίφος του Λούθιεν, ήταν ότι είχε κάνει λάθος που κράτησε εδώ τον Πρεχοτέκ. Πριν ακόμη ξαναπάρει υλική μορφή, ο μάγος ήξερε ότι ο δαίμονας θα ορμούσε στον Λούθιεν για να τον σκοτώσει κομματιάζοντάς τον, για να τιμωρήσει τον νεαρό Μπέντγουιρ, την θρυλική Πορφυρή Σκιά, επειδή τον είχε άλλοτε νικήσει πάνω στον πύργο της Μητρόπολης.