Выбрать главу

Οι δώδεκα άνδρες στους δώδεκα λόφους διάβαζαν και ξαναδιάβαζαν τις περγαμηνές τους πάνω από δυο ώρες τώρα. Οι οδηγίες τους ήταν να διαβάζουν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου, να συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο την επόμενη μέρα και τις μεθεπόμενες, μέχρι να πάρουν απάντηση.

Και την πήραν, αλλά όχι με τον τρόπο που περίμεναν αυτοί ή ο Λούθιεν.

Ένα μεγάλο σύννεφο ξεπρόβαλε ξαφνικά από τις κορυφές του Άιρον Κρος, νότια από τον τόπο όπου έστεκαν οι αγγελιοφόροι. Ήταν κατάμαυρο, μια έκταση νύχτας πάνω στο γαλανό ουρανό. Άρχισε να φυσάει ένας δυνατός άνεμος που έκανε τις περγαμηνές να κυματίζουν.

Οι δώδεκα αγγελιοφόροι παρέμειναν πεισματικά στις θέσεις τους αφοσιωμένοι στον Λούθιεν και σίγουροι για τη σπουδαιότητα της αποστολής τους.

Το σύννεφο πλησίασε, σκοτεινό και απειλητικό, κρύβοντας τον ήλιο εντελώς, αν εξαιρέσουμε δώδεκα μικροσκοπικές οπές μέσα στη μαυρίλα, δώδεκα σημεία που συγκέντρωναν τις ακτίνες του ήλιου μέσα από μυριάδες κρυστάλλους πάγου.

Μία μία αυτές οι οπές απελευθέρωσαν το εστιασμένο φως κάτω από το σύννεφο και, καθεμία, οδηγημένη από τον μάγο που παρακολουθούσε από την κρυστάλλινη σφαίρα μέσα σε μια σπηλιά όχι πολύ μακριά, βρήκαν τον στόχο τους, κατεβαίνοντας από τον ουρανό για να χτυπήσουν αλάνθαστα τις περγαμηνές.

Κάθε ένα από τα επεξεργασμένα λεπτά δέρματα πήρε φωτιά και κάηκε, και ένας-ένας οι αγγελιοφόροι πέταξαν κάτω τα άχρηστα απομεινάρια κι έτρεξαν στα άλογά τους. Ένας-ένας βγήκαν από τους πρόποδες των βουνών καλπάζοντας. Μερικοί συναντήθηκαν, αλλά εκείνοι που ξεκίνησαν πρώτοι δεν σταμάτησαν, ούτε στράφηκαν πίσω για να κοιτάξουν τους συντρόφους τους.

Μέσα στη σπηλιά ο Μπριντ’Αμούρ έγειρε πίσω στην καρέκλα, αφήνοντας την κρυστάλλινη σφαίρα να σκοτεινιάσει. Μόλις πριν από λίγα λεπτά ένιωθε αναζωογονημένος και γεμάτος σφρίγος, τώρα όμως αισθανόταν πάλι κουρασμένος και γέρος.

«Ανόητε νεαρέ…» μουρμούρισε, κατά βάθος όμως δεν το πίστευε αυτό. Η απόφαση του Λούθιεν να στείλει αγγελιοφόρους ήταν λάθος, αλλά τουλάχιστον ο σκοπός και ο αγώνας του ήταν αγνοί και έντιμοι. Μπορούσε ο Μπριντ’Αμούρ να πει το ίδιο για τον εαυτό του; Σκέφτηκε πάλι την εξέγερση, την κλίμακα, τη σπουδαιότητά της και τη δική του επιμονή ότι δεν είναι παρά ένα προοίμιο.

Ακολουθούσε τον πιο ασφαλή δρόμο ή τον πιο εύκολο;

7

Η Πορφυρή Σκιά

«Δεν μπορούσαμε να μπούμε από τη χαμηλότερη πόρτα;» ρώτησε ο Όλιβερ ξεπαγιασμένος και ταλαιπωρημένος, ξέροντας ότι είχαν ακόμη πάνω από τριάντα μέτρα αναρρίχησης.

«Η πόρτα είναι καρφωμένη», ψιθύρισε ο Λούθιεν με το στόμα του κοντά στο αφτί του Όλιβερ. Ο πορφυρός μανδύας κάλυπτε όχι μόνο τον ίδιο αλλά και τον φίλο του. «Και δεν ήσουν υποχρεωμένος να έλθεις».

«Δεν θα ήθελα να χάσω το σχοινί μου», απάντησε ο ξεροκέφαλος χάφλινγκ.

Σκαρφάλωναν στον ανατολικό τοίχο της Μητρόπολης και βρίσκονταν στα μισά περίπου της απόστασης από το έδαφος ως την κορυφή του ψηλότερου πύργου. Η νύχτα δεν ήταν πολύ κρύα, αλλά σε αυτό το ύψος φυσούσε ένας δυνατός αέρας που τους ξεπάγιαζε, απειλώντας να τους ξεκολλήσει από τον τοίχο. Ο Λούθιεν κοίταξε πάλι τις θηλιές που συγκρατούσαν τον μαγικό μανδύα. Θα ήταν πολύ επικίνδυνο, αν τον άνοιγε ο αέρας αφήνοντας αυτόν και τον Όλιβερ εκτεθειμένους πάνω στον τοίχο του πύργου!

Φορούσε τον μανδύα καθημερινά από τότε που άρχισε η εξέγερση, γιατί ήταν ένα σύμβολο για τον λαό της πόλης. Η Πορφυρή Σκιά, ο θρύλος από το παρελθόν, ξαναγύρισε στη ζωή για να τους οδηγήσει στην ελευθερία. Αλλά ο μανδύας δεν ήταν ένα απλό ρούχο. Σκεπασμένος από την προστατευτική μαγεία του μανδύα, όταν τον τύλιγε γύρω του και κατέβαζε την κουκούλα, ο Λούθιεν γινόταν μια σκιά που συγχεόταν με τις άλλες σκιές, ουσιαστικά τελείως αόρατος. Αυτές τις βδομάδες της μάχης, είχε χρησιμοποιήσει τον μανδύα με αυτό τον τρόπο δυο-τρεις φορές μόνο, για να σκαρφαλώσει απαρατήρητος στο τείχος της άνω πόλης και να εντοπίσει τις θέσεις του εχθρού. Είχε σκεφτεί να βρει τον Όμπρεϊ και να τον σκοτώσει μέσα στο σπίτι του, αλλά η Σιόμπαν δεν τον είχε αφήσει, πείθοντάς τον ότι ο ανίκανος υποκόμης ουσιαστικά ήταν μια ευλογία για τους επαναστάτες.

Αυτήν τη φορά όμως ο Λούθιεν δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει το σχέδιό του. Γι’ αυτό άλλωστε δεν το είχε αποκαλύψει σε κανέναν εκτός από τον Όλιβερ.

Κι έτσι τώρα σκαρφάλωναν μαζί μέσα στη νύχτα στον ψηλότερο πύργο της Μητρόπολης. Ήξεραν και οι δύο ότι υπήρχαν Κυκλωπιανοί φρουροί στην κορυφή του πύργου, αλλά κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά. Σε τελική ανάλυση, δεν είχαν λόγους να ανησυχούν. Δεν ασχολούνταν με τις κινήσεις των ανθρώπων στους δρόμους από κάτω και, σίγουρα, δεν περίμεναν να ανεβεί κανείς εκεί πάνω!