Πολύ περισσότερους.
«Προς τα πού θα πάει τώρα ο Λούθιεν;» αναρωτήθηκε η Κατρίν. Άθελά της είχε διατυπώσει μεγαλόφωνα την ερώτηση.
«Στα υψίπεδα του Έραντοχ», απάντησε αμέσως ο Μπριντ’Αμούρ.
«Και τι θα βρει σε αυτό το άγριο μέρος;» τόλμησε να ρωτήσει η Κατρίν. «Τι σου έδειξε η μαγική ματιά σου για τους βουνήσιους;»
Ο Μπριντ’Αμούρ κούνησε το κεφάλι του, με τα λευκά μαλλιά και τη γενειάδα του να σειούνται δεξιά-αριστερά. «Μπορώ να στείλω τα μάτια μου σε πολλά μέρη», απάντησε, «αλλά μόνο αν έχω κάποιο σημείο αναφοράς. Μερικές φορές μπορώ να στείλω τη ματιά μου στον Λούθιεν, γιατί μπορώ να συλλάβω τις σκέψεις του κι έτσι να χρησιμοποιήσω τα μάτια του σαν οδηγό μου. Μπορώ να βρω τον Γκρινσπάροου και αρκετούς άλλους από την αυλή του, γιατί τους γνωρίζω. Αλλά δεν μπορώ να δω πράγματα για τα οποία δεν έχω σημείο αναφοράς, όπως έγινε όταν προσπαθούσα να εντοπίσω τον στόλο που ξεκίνησε από το Άβον για τον βορρά».
«Ναι, αλλά τι σου έδειξε η ματιά σου για τους βουνήσιους;» επέμεινε η Κατρίν, καταλαβαίνοντας ότι αυτά που της έλεγε ο Μπριντ’Αμούρ ήταν αλήθεια, αλλά μόνο η μισή αλήθεια.
Ο Μπριντ’Αμούρ γέλασε με ένοχο ύφος. «Ο Λούθιεν δεν θα αποτύχει», ήταν το μόνο που είπε.
20
Τα υψίπεδα του Έραντοχ
Για τον απλό παρατηρητή, το βορειοδυτικό τμήμα του Εριαντόρ δεν ήταν τόσο διαφορετικό από την υπόλοιπη χώρα. Ατελείωτοι κάμποι με πυκνό πράσινο γρασίδι —οι Εριαντοριανοί την ονόμαζαν “πυκνή χλόη”— απλώνονταν μέχρι τον ορίζοντα προς κάθε κατεύθυνση, ένα ομοιόμορφο πράσινο κάλυμμα. Όταν ήταν καθαρός ο ουρανός, έβλεπες μέχρι τα βόρεια βουνά, ενώ προς τα νοτιοδυτικά φαίνονταν ακόμη και οι κορυφές του Άιρον Κρος, σαν μικρές λευκές και γκρίζες κουκίδες που ξεπρόβαλλαν στο βάθος πάνω από τον πράσινο ορίζοντα.
Στα βορειοανατολικά όμως η περιοχή ήταν πολύ διαφορετική. Εκεί βρίσκονταν τα υψίπεδα του Έραντοχ, όπου ο αέρας ήταν πιο παγερός, η σχεδόν ασταμάτητη βροχή πιο ψυχρή και οι άνδρες πιο σκληροτράχηλοι. Τα ζώα που ζούσαν εκεί είχαν μακρύ, πυκνό τρίχωμα· ακόμη και τα άλογα, τα Μόργκαν Χαϊλάντερ σαν τον Ριβερντάνσερ του Λούθιεν, είχαν μακρύτερο τρίχωμα για να προστατεύονται από τα στοιχεία της φύσης.
Στα υψίπεδα δεν είχε πέσει τόσο πολύ χιόνι αυτό τον χειμώνα, αν και συνήθως εδώ χιόνιζε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο νότιο Εριαντόρ. Έτσι το στρώμα του χιονιού δεν ήταν πολύ παχύ, όταν ο Λούθιεν και ο Όλιβερ διάβηκαν το Πέρασμα του Μακντόναλντ και μπήκαν στην περιοχή. Τα πάντα ήταν γκρίζα και καφετί με ελάχιστα μπαλώματα πράσινου, μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι. Σκοτάδι και μελαγχολία με τα χρώματα της βαρυχειμωνιάς, ενώ η άνοιξη φαινόταν να θέλει πολύ καιρό ακόμη ώσπου να ’ρθεί.
Οι δυο σύντροφοι κατασκήνωσαν γύρω στα είκοσι χιλιόμετρα ανατολικά του Μπρόνεγκαν εκείνο το βράδυ, στα σύνορα των υψιπέδων. Όταν ξύπνησαν το άλλο πρωί, επικρατούσε μια ασυνήθιστα ζεστή θερμοκρασία και πυκνή ομίχλη, καθώς το τελευταίο χιόνι έλιωνε κι εξατμιζόταν.
«Θα έχουμε αργή πορεία σήμερα», είπε ο Όλιβερ.
«Όχι», απάντησε ο Λούθιεν χωρίς δισταγμό. «Τα εμπόδια είναι λίγα».
«Πόσο μακριά σκέφτεσαι να φτάσουμε;» τον ρώτησε ο Όλιβερ. «Η πορεία από το Κάερ Μακντόναλντ θα έχει αρχίσει».
Ο Λούθιεν κατάλαβε ότι αυτό που έλεγε ο Όλιβερ ήταν σωστό. Κατά πάσα πιθανότητα, ο Μπριντ’Αμούρ, η Κατρίν, η Σιόμπαν κι όλος ο στρατός θα είχαν βγει από τις πύλες της πόλης και θα προχωρούσαν βόρεια και δυτικά, ακολουθώντας την ίδια διαδρομή που είχαν πάρει ο Λούθιεν με τον Όλιβερ. Όμως, όταν θα έφταναν στο Πέρασμα του Μακντόναλντ θα έστριβαν νότια προς το Γκλεν Άλμπιν, ενώ ο Λούθιεν και ο Όλιβερ είχαν συνεχίσει ίσια προς βορρά, για να φτάσουν στο Μπρόνεγκαν και μετά στο Έραντοχ.
«Πόσο μακριά;» ρώτησε πάλι ο Όλιβερ.
«Μέχρι και το Μπέι Κόλθγουιν, αν χρειαστεί», απάντησε ήρεμα ο Λούθιεν.
Ο Όλιβερ ήξερε ότι αυτή η απάντηση ήταν παράλογη. Απείχαν τρεις μέρες σκληρής πορείας μέχρι τα κρύα σκοτεινά νερά του Μπέι Κόλθγουιν. Ώσπου να πάνε εκεί και να γυρίσουν, ο Μπριντ’Αμούρ θα είχε φτάσει στο τείχος και η μάχη θα τελείωνε. Από την άλλη μεριά όμως ο χάφλινγκ καταλάβαινε τα συναισθήματα που είχαν προκαλέσει αυτή την απάντηση από τον Λούθιεν. Στο Μπρόνεγκαν βρήκαν θερμή υποδοχή, με πολλά συγχαρητήρια χτυπήματα στην πλάτη και πολλά κεράσματα μπίρας. Όμως οι υποσχέσεις συμμαχίας από τους κατοίκους του Μπρόνεγκαν, όπως επίσης από άλλες κοντινές πόλεις που είχαν στείλει απεσταλμένους για να μιλήσουν με τον Λούθιεν, ήταν στην καλύτερη περίπτωση επιφυλακτικές. Η μόνη περίπτωση για να αποφασίσουν οι κάτοικοι αυτών των περιοχών να πολεμήσουν κοντά στην Πορφυρή Σκιά, αψηφώντας τον βασιλιά Γκρινσπάροου, ήταν να τους αποδείξει ο Λούθιεν ότι όλο το Εριαντόρ θα έπαιρνε μέρος σε αυτό τον πόλεμο. Ο Λούθιεν έπρεπε να περάσει από το Μπρόνεγκαν στο ταξίδι της επιστροφής ή τουλάχιστον να στείλει έναν απεσταλμένο εκεί, και αν δεν θα είχε καταφέρει να συγκεντρώσει κι άλλους υποστηρικτές, τότε αυτός και ο Όλιβερ θα επέστρεφαν μόνοι τους στο Γκλεν Άλμπιν.