Выбрать главу

Οι τρεις δούκες στέκονταν σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους πάνω στο πλάτωμα. Ο Μπριντ’Αμούρ τους κοίταξε αναζητώντας τον αδύνατο κρίκο που θα του επέτρεπε να ξεφύγει. Η Ντιάνα Γουέλγουορθ τον ξάφνιασε όμως, όπως ξάφνιασε και τους συντρόφους της, καθώς σήκωσε μπροστά της ένα κύπελλο με γαλάζιο υγρό, είπε μια λέξη και το πέταξε κάτω. Το κύπελλο θρυμματίστηκε μέσα σε φλόγες. Ακολούθησε μια λευκή έκρηξη και μετά μια πυκνή ομίχλη άρχισε να εξαπλώνεται από τα αποκαΐδια. Η ομίχλη απλώθηκε προς όλες τις κατευθύνσεις περνώντας δίπλα από τους τέσσερις ξαφνιασμένους άνδρες. Όταν έφτασε στα άκρα του πλατώματος, υψώθηκε προς τα πάνω και προς τα μέσα.

Ξαφνικά η ομίχλη χάθηκε δίνοντας τη θέση της σε έναν γαλάζιο φωτεινό θόλο, μια φυσαλλίδα ενέργειας που σκέπαζε όλο το πλάτωμα. Τα πάντα γύρω τους ήταν λουσμένα από παράξενο φως.

Ο Μπριντ’Αμούρ εντυπωσιάστηκε. Κατάλαβε ότι η Ντιάνα θα έπρεπε να είχε αφιερώσει ολόκληρες μέρες ή και βδομάδες για να μελετήσει ένα τέτοιο ξόρκι. Δεν ήξερε σίγουρα ποιος είναι ο σκοπός του θόλου, μάλλον όμως πρέπει να ήταν ένα τείχος που θα τον εμπόδιζε να ξεφύγει. Το κατά πόσο θα αποδειχνόταν αποτελεσματικό ήταν άλλο θέμα, γιατί ο Μπριντ’Αμούρ ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει όλα τα ξόρκια των βοηθών του Γκρινσπάροου.

Πόσον χρόνο είχε όμως;

«Καταφεύγεις σε δόλο;» είπε περιφρονητικά ο Μπριντ’Αμούρ. «Πόσο χαμηλά έχει πέσει η εντιμότητα των μάγων! Έχετε γίνει κοινοί απατεώνες πια;»

«Φυσικά, η αρχαία, ιερή σου αδελφότητα δεν θα έκανε ποτέ τέτοιο πράγμα», απάντησε σαρκαστικά ο Θέρεντον Ρις του Γουόρτσεστερ.

«Ποτέ», απάντησε ήρεμα ο Μπριντ’Αμούρ κοιτάζοντας επίμονα τον θρασύ δούκα. Ο Θέρεντον ήταν ένας μυώδης γεροδεμένος άνδρας που πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Είχε πυκνά, σγουρά μαύρα μαλλιά και μάτια γεμάτα ένταση. Ουσιαστικά έμοιαζε περισσότερο με πολεμιστή παρά με μάγο, τόσο στην εμφάνιση όσο και στον χαρακτήρα, κάτι που ο Μπριντ’Αμούρ θα μπορούσε ίσως να χρησιμοποιήσει εναντίον του.

Γύρισε το βλέμμα του στον Μίστιγκαλ. Άκου Μίστιγκαλ! Ποιες φιλοδοξίες τον είχαν κάνει να αλλάξει το όνομά του; Και ήταν σίγουρο ότι το είχε αλλάξει, γιατί μετά την εξαφάνιση της αδελφότητας κανένας γονιός δεν θα ονόμαζε το παιδί του Μίστιγκαλ! Ήταν πιο ηλικιωμένος από τον Θέρεντον, λεπτός και καλλιεργημένος, με γερακίσια βαθουλωμένα χαρακτηριστικά τσακισμένα από την υπερβολική χρήση της μαγείας. Ο Μπριντ’Αμούρ διέκρινε ότι ήταν “υπερφιλόδοξος”, ένας όρος που χρησιμοποιούσε η αδελφότητα για τους μάγους οι οποίοι επεδίωκαν μεγαλύτερες δυνάμεις απ’ αυτές που τους επέτρεπε η νοημοσύνη τους. Οι επιθέσεις του Μίστιγκαλ μάλλον θα ήταν εντυπωσιακές, φαινομενικά πανίσχυρες, αλλά με ελάχιστη πραγματική ουσία.

Ο δούκας του Μπαράντουιν φαινόταν πιο γαλήνιος απ’ όλους, επομένως μάλλον θα ήταν και ο πιο δύσκολος αντίπαλος από τους τρεις. Ο Άσανον Μακλένι ήταν όμορφος άνδρας, ενώ τα μάτια του έδειχναν ισορροπία, σιγουριά και ηρεμία. Άνθρωπος με καθαρή σκέψη. Ίσως θα ήταν υποψήφιος για την αδελφότητα, την παλιά εποχή. Ο Μπριντ’Αμούρ, αφού κοίταξε για λίγο ακόμη τον Άσανον, μετά γύρισε στην Ντιάνα. Την ήξερε αρκετά καλά και τη σεβόταν. Η Ντιάνα είχε τα πάντα: καλλιεργημένη, έξυπνη, όμορφη κι επικίνδυνη. Σίγουρα θα έμπαινε κι αυτή στην αδελφότητα την παλιά εποχή. Ίσως αποδειχνόταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος, γι’ αυτό ακριβώς ο Μπριντ’Αμούρ είχε φροντίσει να μη στείλει δυνάμεις ενάντια στην πόλη της Ντιάνα, το Μάνινγκτον.

Ενώ ο Μπριντ’Αμούρ κοίταζε τους αντιπάλους του, ταυτόχρονα ψιθύριζε ενεργοποιώντας κάποιες μαγικές δυνάμεις. Ένα κομμάτι σύρμα εμφανίστηκε στο ένα του χέρι και σιγά σιγά ξετυλίχτηκε κάτω από το μανίκι του περνώντας μέσα από τον χιτώνα του και κατεβαίνοντας κάτω, μέχρι που η άκρη του ξεπρόβαλε δίπλα στην μπότα του και χώθηκε στην πέτρα. Μετά μάζεψε όλη την υγρασία από τον αέρα γύρω του, την κάλεσε κοντά του αλλά δεν την συμπύκνωσε. Έκανε όμως ένα ξόρκι που θα ολοκλήρωνε αυτόματα τη διαδικασία, πιστεύοντας ότι θα ήταν αρκετά γρήγορο για να αντιμετωπίσει την επίθεση που θα δεχόταν.

«Αλλά πού είναι ο Γκρινσπάροου;» ρώτησε ξαφνικά ο Μπριντ’Αμούρ, όταν είδε ότι οι αντίπαλοι, ιδιαίτερα ο Θέρεντον και ο Μίστιγκαλ, αντάλλασσαν βλέμματα σαν να ετοίμαζαν μ’ αυτό τον τρόπο την πρώτη τους επίθεση.

Ο Θέρεντον ξεφύσηξε περιφρονητικά. «Δεν χρειαζόμαστε τον βασιλιά μας για να νικήσουμε τον σφετεριστή βασιλιά του Εριαντόρ».

«Το ίδιο είπε και ο Πάραγκορ», απάντησε ήρεμα ο Μπριντ’Αμούρ. Αυτό έκοψε λίγο τη φόρα του Θέρεντον.

«Είμαστε τέσσερις!» βρυχήθηκε ο Μίστιγκαλ δίνοντας θάρρος στον Θέρεντον και στον εαυτό του.