Ο Μπριντ’Αμούρ έκανε ένα ξόρκι που παράλλαξε αδιόρατα την όρασή του ώστε να μπορεί να συλλάβει όλες τις μαγικές ενέργειες. Η ισχύς του θόλου της Ντιάνα τον ξάφνιασε πάλι όταν είδε πόσο σφιχτή και αδιαπέραστη ήταν η μαγική του ύφανση. Κάτι που τον ξάφνιασε επίσης ήταν ότι δεν υπήρχαν άλλες μαγικές κουρτίνες πίσω από τις οποίες να κρύβονται αόρατοι εχθροί. Δεν είδε πουθενά τον Γκρινσπάροου ενώ, περιέργως, δεν είδε ούτε δαίμονες.
Πρόσεξε μια πονηρή έκφραση στο βλέμμα της Ντιάνα Γουέλγουορθ, που δεν μπορούσε να την ερμηνεύσει. «Δεν υπάρχει διαφυγή», του είπε αυτή και, μετά, σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη του, πρόσθεσε: «Καμία μαγεία και κανένα πλάσμα που καλείται με μαγεία, δεν μπορεί να περάσει το μπλε τείχος. Είσαι μόνος σου και είναι αδύνατο να ξεφύγεις».
Ξαφνικά, σαν να ήθελε να τονίσει τη δήλωση της Ντιάνα, μια φρικτή μορφή κόλλησε το εντομόμορφο πρόσωπό της πάνω στον θόλο κοιτάζοντας το πλάτωμα από κάτω.
Ο Μπριντ’Αμούρ, καταλαβαίνοντας ότι ήταν δαίμονας, έξυσε απορημένος το σαγόνι του, γιατί το πλάσμα ήταν έξω από τον θόλο.
«Ντιάνα!» φώναξε ξαφνικά ο Μίστιγκαλ.
Ο Μπριντ’Αμούρ κοίταξε από τον δαίμονα στον μάγο. «Φίλος σου;» ρώτησε χαμογελώντας πλατιά.
Ο Μίστιγκαλ και ο Θέρεντον έδειχναν τώρα ανήσυχοι. Μάλλον είχαν αρχίσει να φοβούνται ότι η Ντιάνα έκανε λάθος και δημιούργησε τον μαγικό θόλο πριν προλάβουν να έλθουν στο πλάτωμα οι δαίμονες που τους έδιναν τη δύναμή τους.
«Δαίμονας της Κόλασης», είπε η Ντιάνα στον Μπριντ’Αμούρ. «Οι σύντροφοί μου έχουν συνηθίσει να στηρίζονται πολύ σε τέτοια εξώκοσμα πλάσματα».
Δεν είμαστε φίλοι τον βασιλιά Γκρινσπάροου, και δεν θέλουμε πλέον να βασιζόμαστε σ’ αυτές τις δαιμονικές δυνάμεις. Ήταν ένα τηλεπαθητικό μήνυμα που ήρθε απευθείας στον νου του Μπριντ’Αμούρ. Κοίταξε τον Άσανον δούκα του Έρνφαστ καταλαβαίνοντας ότι αυτός το είχε στείλει, και τότε συνειδητοποίησε ότι η Ντιάνα δεν είχε κάνει λάθος στη δημιουργία του θόλου! Όντως είχε χρησιμοποιήσει δόλο, αλλά ο στόχος της δεν ήταν ο Μπριντ’Αμούρ.
Ένας δεύτερος δαίμονας, δικέφαλος και σαυρόμορφος, έφτασε δίπλα στον πρώτο. Και οι δύο άρχισαν να χτυπούν και να γρατζουνούν μανιασμένα αλλά μάταια τον ανθεκτικό μαγικό θόλο.
«Λάθος τους», απάντησε βλοσυρός ο Μπριντ’Αμούρ.
Ο Μίστιγκαλ κοίταξε τον θόλο τώρα δείχνοντας φανερά ανήσυχος. «Τι συμβαίνει εδώ;» είπε στην Ντιάνα, που ταλαντευόταν στα πόδια της σαν να είχε εξαντληθεί από το ισχυρό ξόρκι.
Το τέλος της ερώτησής του σχεδόν δεν ακούστηκε, πνιγμένο από τον κρότο ενός κεραυνού που εξαπέλυσε ξαφνικά ο Θέρεντον. Αυτή ήταν η συνηθέστερη μορφή επίθεσης κάθε μάγου.
Και, μια επίθεση για την οποία ήταν προετοιμασμένος ο Μπριντ’Αμούρ. Σηκώνοντας το χέρι του προς τον Θέρεντον καθώς άρχισε την πορεία του ο κεραυνός, αισθάνθηκε το γαργάλημα στα δάχτυλά του τη στιγμή που το αμυντικό του ξόρκι συνάντησε τη μαγεία του αντιπάλου του. Ο Μπριντ’Αμούρ συνέλαβε τον κεραυνό του Θέρεντον με την άκρη του σύρματος, το οποίο τον διοχέτευσε μέσα από τα ρούχα του στην πέτρα κάτω από τα πόδια του. Αισθάνθηκε όλες τις τρίχες στο σώμα του να ορθώνονται, ενώ η καρδιά του φτερούγισε κάμποσες φορές πριν ισορροπήσουν πάλι οι παλμοί της. Ουσιαστικά όμως ο κεραυνός δεν ήταν πολύ δυνατός, περισσότερο επίδειξη παρά ουσία.
«Ένα μικρό γαργάλημα», είπε στον Θέρεντον. Μετά κοίταξε τον θόλο. «Φαίνεται ότι το ξόρκι της δούκισσας του Μάνινγκτον είναι τέλειο. Δεν μπορείς να πάρεις δύναμη από τον δαίμονά σου ή, μάλλον, ο δαίμονας δεν είναι τόσο δυνατός! Εγώ όμως είμαι της παλιάς σχολής, της γνήσιας σχολής», συνέχισε ο Μπριντ’Αμούρ προχωρώντας αποφασισμένα προς τον Θέρεντον. Έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στον Άσανον και στην Ντιάνα, ενώ αναρωτιόταν πώς μπορεί να αντιδράσουν. «Δεν χρειάζομαι διαβολικούς συμμάχους!»
«Ντιάνα!» γρύλλισε ο Θέρεντον και άρχισε να υποχωρεί προσπαθώντας να κρατήσει απόσταση από τον Μπριντ’Αμούρ.
Ο γέρο-μάγος σταμάτησε κι έκλεισε τα μάτια ψέλνοντας σιγανά.
«Ντιάνα!» ούρλιαξε τρομοκρατημένος ο Θέρεντον, ξέροντας ότι ο Μπριντ’Αμούρ ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει με κάτι.
Όταν άνοιξε τα μάτια του ο Μπριντ’Αμούρ, δεν εξαπέλυσε καμιά ενέργεια, αλλά το όλο αυτοπεποίθηση χαμόγελό του δεν παρηγόρησε καθόλου τον Θέρεντον. Ο δούκας οπισθοχώρησε τρομαγμένος μέχρι την άκρη του θόλου. Είδε τον δαίμονά του να έχει τα αλλόκοτα χέρια του κολλημένα πάνω στον γαλάζιο ενεργειακό μανδύα του θόλου. Ο Θέρεντον άπλωσε κι αυτός τα δικά του, προσπάθησε να τον αγγίξει, να πάρει τη δύναμή του, αλλά μετά από μερικές μάταιες προσπάθειες άρχισε να γρονθοκοπά μανιασμένα το γαλάζιο τείχος.
Ο Μπριντ’Αμούρ έκανε ένα βήμα προς τον Θέρεντον και μετά εξαφανίστηκε, για να εμφανιστεί πάλι ακριβώς πίσω από τον δούκα. Αρπάζοντας τον από τον ώμο, τον γύρισε προς το μέρος του και, πριν προλάβει εκείνος να αντιδράσει, έβαλε το χέρι πάνω στο πρόσωπο του δούκα. Κόκκινες σπίθες τινάχτηκαν από τα δάχτυλά του χτυπώντας τον Θέρεντον, που ξεφώνισε ενώ πάσχιζε τρέμοντας να σπρώξει το χέρι του Μπριντ’Αμούρ μακριά από το πρόσωπό του.