Ο δικέφαλος δαίμονας του Θέρεντον πέταξε μακριά. Μετά, αφού γύρισε ολοταχώς, χτύπησε πάνω στον θόλο με τρομακτική δύναμη. Δεν κατάφερε τίποτα όμως, απλώς αναπήδησε πάνω στη γαλάζια ενέργεια χωρίς να τη διαπεράσει.
Πίσω του, ανάμεσα στα ουρλιαχτά του δαίμονα και του Θέρεντον, ο Μπριντ’Αμούρ άκουσε τον Μίστιγκαλ να ψέλνει κινόντας τελετουργικά τα χέρια του. Μια στιγμή αργότερα μια πύρινη σφαίρα εξερράγη με κρότο στον αέρα ανάμεσα στον Μπριντ’Αμούρ και τον δούκα του Γουόρτσεστερ.
Η φωτιά, ακόμη μία από τις πιο συνηθισμένες μορφές μαγικής επίθεσης, ήταν ακριβώς το στοιχείο που θα ενεργοποιούσε το έτοιμο ξόρκι του Μπριντ’Αμούρ. Τη στιγμή που εξερράγη η πύρινη σφαίρα, όλη η υγρασία που είχε συγκεντρώσει ο Μπριντ’Αμούρ απλώθηκε προστατεύοντας τον σαν ένα υγρό τείχος. Όταν χάθηκαν οι φλόγες της όχι και τόσο ισχυρής πύρινης μπάλας, ο Μπριντ’Αμούρ ήταν άθικτος, σε αντίθεση με τον Θέρεντον που η σφαίρα τον είχε τσουρουφλίσει σε αρκετά σημεία, από τα οποία τώρα υψωνόταν καπνός.
Ο Μπριντ’Αμούρ, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του, είδε την Ντιάνα και τον Άσανον να πλησιάζουν τον Μίστιγκαλ. Ο δούκας άρχισε να τρέχει φωνάζοντας επανειλημμένα στην Ντιάνα.
Με την άκρη του ματιού του ο Μπριντ’Αμούρ είδε τον εντομόμορφο δαίμονα να απομακρύνεται λίγο από τον θόλο και να βουτάει χαμηλά. Προφανώς, είχε χωθεί στην ίδια την πέτρα. Μια στιγμή αργότερα το έδαφος κάτω από τα πόδια της Ντιάνα υψώθηκε και την έκανε να παραπατήσει, κάτι που επέτρεψε στον Μίστιγκαλ να απομακρυνθεί λίγο. Ο δαίμονας του Θέρεντον έκανε το ίδιο, και γρήγορα το έδαφος του πλατώματος άρχισε να παραμορφώνεται από μεγάλα κύματα, που έκαναν τους πέντε ανθρώπους να δυσκολεύονται να κρατήσουν την ισορροπία τους.
Αλλά το ξόρκι της Ντιάνα ήταν τέλειο, το προστατευτικό πεδίο περνούσε ακόμη και κάτω από τα πόδια τους, έτσι οι δαίμονες δεν μπορούσαν να μπουν ούτε από εκεί.
Ο Θέρεντον είχε πέσει στα γόνατα κι έσφιγγε αδύναμα το μπράτσο του Μπριντ’Αμούρ προβάλλοντας ελάχιστη αντίσταση στον ισχυρό γνήσιο μάγο. Ξέροντας ότι τον είχε πλέον κάτω από τον έλεγχό του, ο Μπριντ’Αμούρ κοίταξε τον Μίστιγκαλ, που φώναζε ακόμη πανικόβλητος στην Ντιάνα να συνέλθει προσπαθώντας ταυτόχρονα να απομακρυνθεί.
Ο Μπριντ’Αμούρ άρχισε να ψέλνει σηκώνοντας το ελεύθερο χέρι του προς την κατεύθυνση του Μίστιγκαλ.
Η Ντιάνα και ο Άσανον άρχισαν να κινούνται συντονισμένα, ώσπου γρήγορα τον στρίμωξαν στον θόλο. Άρχισαν να τον πλησιάζουν αργά, ο Άσανον από τα δεξιά του δούκα και η Ντιάνα από τα αριστερά.
Ξαφνικά το έδαφος υψώθηκε κάτω από τα πόδια του Άσανον πετώντας τον προς την Ντιάνα. Ο Μίστιγκαλ, με μια κραυγή έτρεξε προς τα δεξιά περνώντας πίσω από τον Μακλένι, που προσπαθούσε να βρει την ισορροπία του. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει παρά μερικά μόνο βήματα, γιατί ο Μπριντ’Αμούρ ολοκλήρωσε το ξόρκι και κρότησε με τα δάχτυλά του. Ο Μίστιγκαλ τινάχτηκε ξαφνικά προς τα εμπρός σαν να ήταν δεμένος από ένα αόρατο σχοινί αρχίζοντας να κινείται αυτόματα, με τα πόδια του σχεδόν να μην αγγίζουν το έδαφος. Αφού πέρασε ανάμεσα στην Ντιάνα και τον Άσανον ρίχνοντάς τους κάτω, συνέχισε την πτήση του μέχρι που το πρόσωπό του πήγε και κόλλησε στην παλάμη του Μπριντ’Αμούρ.
Κόκκινες σπίθες πετάχτηκαν κι από αυτό το χέρι, ενώ ο Μπριντ’Αμούρ λύγιζε τον δούκα προς τα πίσω αναγκάζοντάς τον να πέσει στα γόνατα.
Η Ντιάνα και ο Άσανον παρακολουθούσαν την ασυγκράτητη δύναμη του Μπριντ’Αμούρ από ασφαλή απόσταση. Ο Άσανον κοίταξε ερωτηματικά την Ντιάνα, αυτή όμως έκανε ένα αρνητικό νεύμα μη δοκιμάζοντας να πλησιάσει.
Ο Μπριντ’Αμούρ έγειρε το κεφάλι πίσω κι έκλεισε τα μάτια συγκεντρώνοντας όλη την προσοχή του στην απελευθέρωση της ενέργειας. Τα χέρια του Θέρεντον τον έσφιγγαν αλλά, παρ’ ότι ο δούκας ήταν μυώδης, η λαβή του δεν ήταν τόσο δυνατή πια. Ο Μίστιγκαλ δεν προέβαλλε καμία αντίσταση, απλώς κουνούσε τα χέρια του ανήμπορα στον αέρα καθώς οι κόκκινες σπίθες εισχωρούσαν στο κεφάλι του.
Ο Μπριντ’Αμούρ συντονίστηκε με το μαγικό κέντρο του Μίστιγκαλ, εκείνο τον εσωτερικό χώρο της μαγικής ενέργειας. Αισθάνθηκε τη γραμμή της δύναμης εκεί, τη σύνδεσή του με τον δαίμονα. Αισθάνθηκε τη γραμμή να λυγίζει, να λυγίζει και ξαφνικά να σπάει.
Με ένα δυνατό διαπεραστικό βουητό, ο εντομόμορφος δαίμονας εκτοξεύτηκε πίσω στην Κόλαση και τα κύματα στο έδαφος του πλατώματος λιγόστεψαν. Την ίδια ακριβώς στιγμή ο Θέρεντον, σαν να είχε πάρει καινούρια δύναμη από την τύχη του συντρόφου του, κατάφερε να σηκωθεί όρθιος.