Δύναμη ξεχείλισε από το σπαθί και ο Χούμα ούρλιαξε. Η άγρια δύναμη του όπλου τον έριξε καταγής. Ένιωθε λες και του ξέσκιζαν κάθε κύτταρο του κορμιού του. Δεν έβλεπε παρά μόνο την πράσινη λάμψη, δεν ένιωθε παρά μόνο πόνο και δεν άκουγε παρά μόνο την ασίγαστη διαταγή του Σπαθιού των Δακρύων, που προσπαθούσε να του επιβληθεί.
«Χούμα!» Μια οικεία φωνή τον διεκδίκησε με την επιρροή της. Αρπάχτηκε από αυτή τη σανίδα σωτηρίας και συγκεντρώθηκε.
«Πρέπει να θελήσεις να το αποχωριστείς ολοκληρωτικά, αλλιώς το δαιμονικό σπαθί θα πάρει, και το κορμί, και την ψυχή σου!»
Ολοκληρωτικά; Ο Χούμα αγωνίστηκε να επιβληθεί στον πόνο. Έβλεπε πλέον καθαρά ότι το Σπαθί των Δακρύων δούλευε μονάχα για τους δικούς του σκοπούς και ποτέ δε θα γινόταν στ’ αλήθεια υπηρέτης κάποιου άλλου. Αυτή η αναγνώριση του έδωσε όλη τη δύναμη της θέλησης που χρειαζόταν.
«Σ’ απαρνιέμαι!» Κράτησε το σπαθί με τεντωμένο χέρι, αηδιασμένος. «Δε θέλω τίποτα από σένα και γι’ αυτό δεν έχεις καμία επιρροή πάνω μου.»
Ο πόνος μειώθηκε και ο Χούμα συνέχισε. Αργά, κατάφερε να διώξει από το χέρι του το ξένο αντικείμενο, βρίζοντάς το, γνωρίζοντας πως δεν είχε καμία ισχύ πάνω του. Η αποφασιστικότητά του φάνηκε να το περιορίζει και η σμαραγδένια λάμψη μειώθηκε δραματικά.
Αφέντης, του φώναξε. Είσαι αληθινός αφέντης.
Μπροστά στη δύναμη του μυαλού του, το σπαθί δείλιασε. Η αυτοπεποίθηση του Χούμα μεγάλωσε και στο μυαλό του άστραψε μια ιδέα. Από τη στιγμή που το είχε νικήσει, δεν μπορούσε να το κρατήσει με ασφάλεια;
Όχι! Ο Χούμα απόδιωξε τη σκέψη. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του. Το δέρμα του είχε ασπρίσει.
Πέταξε άγρια τη δαιμονική λεπίδα στην άκρη του διαδρόμου. Ταυτόχρονα του φάνηκε πως άκουγε ή πως ένιωθε μια αβάσταχτη κραυγή. Το σπαθί βρόντησε στον απέναντι τοίχο κι έπεσε στο δάπεδο. Η λάμψη του είχε χαθεί ολότελα.
«Ποτέ» είπε λαχανιασμένος ο Χούμα.
Ακούμπησε στον τοίχο με τα χέρια στα γόνατα. «Ούτε για όλη τη δύναμη του κόσμου.»
Αργά βήματα φανέρωσαν την παρουσία του γκρίζου άντρα που πλησίαζε. Ένα δυνατό χέρι έπεσε στον ώμο του Χούμα. «Δεν υπάρχει πια λόγος να φοβάσαι. Το Σπαθί των Δακρύων δεν είναι τίποτα. Τίποτα περισσότερο από καπνός στον ουρανό. Βλέπεις;»
Ο Χούμα σήκωσε τα μάτια. Το δαιμονικό σπαθί τρεμόπαιζε και άρχισε να χάνεται, να βυθίζεται στην ανυπαρξία πάνω στην πέτρα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, δεν υπήρχε ούτε ίχνος της υλικής του παρουσίας.
«Πού είναι;»
«Εκεί που είναι η θέση του, ελπίζω. Έχει δική του σκέψη, αλλά αυτό το ξέρεις ήδη. Νομίζω πως εκεί που το έβαλα θα χρειαστεί κάμποσο κόπο για να λευτερωθεί.»
Ο ιππότης σήκωσε τα μάτια. «Με έσωσες – εμένα και την ψυχή μου.»
«Εγώ;» Ο γκρίζος άντρας φάνηκε να διασκεδάζει ελαφρά. «Εγώ δεν έκανα τίποτα περισσότερο από μερικές φιλικές προτροπές. Εσύ έπρεπε να δώσεις την πραγματική μάχη. Τα κατάφερες όμως.»
«Και τώρα τι γίνεται;» Ο Χούμα ανασηκώθηκε αργά. Το κορμί του υπέφερε. Το κεφάλι του πονούσε. Εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθε ικανός για τίποτα. Σωριάστηκε στον τοίχο.
«Τώρα;» Ο γκρίζος άντρας φαινόταν να διασκεδάζει. Ο Χούμα δεν καταλάβαινε πού έβρισκε το αστείο. «Τώρα… προχωρείς και διεκδικείς το έπαθλό σου. Νίκησες και τις τρεις προκλήσεις.»
«Νίκησα…» Ο ιππότης κούνησε λυπημένα το κεφάλι. «Λάθος κάνεις. Μόλις που κατάφερα να σώσω τη ζωή μου – πόσο μάλλον την ψυχή μου.»
«Είσαι ζωντανός. Ναι. Αυτός είναι ο σκοπός των πάντων. Η μάχη για τη ζωή, για κάποιο σκοπό.»
«Ο Γουιρμφάδερ. Το Σπαθί των Δακρύων. Οι προκλήσεις είναι μόνο δύο. Εκτός…» Η αλήθεια τού ήρθε πολύ απότομα.
Ο γκρίζος άντρας τού χάρισε ένα θλιμμένο, γκρίζο χαμόγελο. «Το ταξίδι σου διαμέσου του καθρέφτη δεν ήταν τυχαίο. Μια απαίσια, σκούρα κηλίδα είχε απλωθεί στο ύφασμα της Ιπποσύνης – και ποιος άλλος ήταν ικανότερος για να την καθαρίσει παρά εσύ! Οι περισσότεροι νομίζω πως θα σκότωναν ευχαρίστως τον Ρέναρντ χωρίς να του δώσουν την ευκαιρία να παραδοθεί. Εσύ, ακόμα και τότε, θέλησες να τον σώσεις. Αυτό το πάθος για τη ζωή είναι αυτό για το οποίο αγωνίζεται στ’ αλήθεια η Ιπποσύνη, πάνω απ’ όλα τα άλλα.»
Ο Χούμα ίσιωσε το κορμί του, κοίταξε τη σήραγγα που έμοιαζε ατελείωτη πίσω από τον γκρίζο άντρα και ύστερα στράφηκε ξανά στην κουκουλοφόρα φιγούρα. «Είσαι ο Πάλανταϊν;»
Ο γκρίζος άντρας χαμογέλασε σκανταλιάρικα και χτύπησε με το δάχτυλο το πλάι της μύτης του. «Θα μπορούσα να πω πως είμαι, αλλά δε θα το κάνω. Ας πούμε απλώς ότι η ισορροπία ανάμεσα στο Καλό και το Κακό πρέπει να διατηρηθεί κι εγώ είμαι ένας από αυτούς που έχουν επιλεγεί για να φροντίσουν γι’ αυτό – σαν κι εσένα δηλαδή, αν και φοβάμαι ότι ο ρόλος μου, συγκρινόμενος με το δικό σου, είναι πολύ μικρός.» Δεν έδωσε στον Χούμα την ευκαιρία να του απαντήσει. «Καιρός να διαβείς και την τελευταία σήραγγα και να διεκδικήσεις το έπαθλό σου. Όπως είπα και πριν, πρέπει να πας άοπλος. Χωρίς κανένα όπλο, εκτός από την πίστη σου.»