Выбрать главу

Με τον Χούμα να τον κοιτάζει, ο γκρίζος άντρας σήκωσε το ένα του χέρι. Κρατούσε δυο εγχειρίδια από τις αιχμές τους. Ο Χούμα άπλωσε ενστικτωδώς το χέρι στη ζώνη του, αλλά τα εγχειρίδιά του είχαν χαθεί. Ανήκαν πλέον στον γκρίζο άντρα – μόνο που είχε χαθεί κι εκείνος. Μπροστά στον Χούμα δεν υπήρχε παρά μονάχα η σήραγγα που έχασκε.

Έκανε ένα βήμα προς το σκοτεινό διάδρομο.

Είπε δύο προσευχές – μία στον Πάλανταϊν και μία στον Γκίλεαν, τον Άρχοντα της Ουδετερότητας, και προχώρησε στο σκοτάδι.

Δεν είχε την αίσθηση του χρόνου, αλλά ήταν σίγουρος ότι περπατούσε πολλή ώρα, όταν έφτασαν τα πρώτα σφυροκοπήματα στ’ αυτιά του. Δεν ακούγονταν ούτε μακριά ούτε κοντά και η έντασή τους ήταν αμετάβλητη. Δεν ήταν όπως στη μεγάλη αίθουσα, τότε που ο πελώριος δράκος ούρλιαζε έξαλλος από το μαρτύριο. Αντίθετα, ο οικείος ήχος ενός σιδηρουργού που δούλευε ησύχασε τον ιππότη, που θυμήθηκε κάποιο σημείο της εκπαίδευσής του που είχε να κάνει με τα βασικά αυτής της δουλειάς. Όλοι οι ιππότες είχαν κάποια γνώση της τέχνης του σιδηρουργού, γιατί ο καθένας τους μπορεί να χρειαζόταν να επιδιορθώσει μια πανοπλία ή ένα πέταλο αλόγου. Ένας καλός σιδηρουργός, όπως υπαγόρευε η Ιπποσύνη, μπορούσε να κάνει, ουσιαστικά, τα πάντα με ένα σφυρί, ένα αμόνι κι ένα πυρακτωμένο κομμάτι μετάλλου.

Αυτός που δούλευε το αμόνι έπρεπε να είναι γερός άντρας, κατέληξε ο Χούμα, γιατί τα σφυροκοπήματα ακούγονταν τόσο ρυθμικά και για τόσο πολλή ώρα που οι περισσότεροι άντρες θα είχαν γονατίσει από την κούραση. Αλλά ποιος έλεγε ότι ήταν άνθρωπος; Δεν μπορούσε να είναι ο ίδιος ο Ρέορξ; Αυτό το μέρος ήταν τόπος των θεών και της δύναμης. Μπροστά του μπορεί να βρισκόταν οτιδήποτε.

Τότε, χωρίς να το πάρει είδηση, ο Χούμα βρέθηκε να στέκεται μέσα στο μεγάλο οπλοστάσιο.

Αμέτρητα σύνεργα του πολέμου και της ειρήνης κρέμονταν παντού, στέκονταν όρθια ή κείτονταν κάτω από τον ένα τοίχο μέχρι τον άλλο, έως εκεί που έφτανε το μάτι του μέσα στο μισόφωτο και αρκετά κρέμονταν κι από την οροφή. Ένα δρεπάνι που η λεπίδα του, αν την ίσιωνες, θα ήταν τουλάχιστον ίση με το μπόι του. Σπαθιά κάθε σχήματος και μεγέθους, άλλα κυρτά, άλλα ίσια, άλλα λεπτά κι άλλα βαριά. Στολισμένα με πετράδια και απλά. Για το ένα χέρι ή και για τα δύο. Εκεί έβλεπε περισσότερες πανοπλίες κι από τις κάτω αίθουσες. Οι πανοπλίες ξεκινούσαν από τους πιο πρωτόγονους θώρακες μέχρι πλήρεις πανοπλίες του τελευταίου τύπου, σαν αυτές που φορούσε ο Αυτοκράτορας του Έργκοθ. Ασπίδες κρέμονταν από πάνω τους, με κάθε έμβλημα που είχε υπάρξει ποτέ και ανάμεσά τους κι εκείνο των Ιπποτών της Σολάμνια.

Υπήρχαν τόσο πολλά ακόμα και ο Χούμα λαχταρούσε να τα δει όλα. Ένιωθε σαν να είχε μπει στο χαμένο τάφο κάποιου μεγάλου πολεμιστή. Μόνο που αυτός δεν ήταν κάποιος χαμένος τόπος ανάπαυσης των νεκρών, γιατί οι πανοπλίες και τα όπλα δεν είχαν ίχνος σκόνης και κανένα σημάδι από το πέρασμα του χρόνου. Κάθε αντικείμενο που παρατηρούσε θα μπορούσε να είχε κατασκευαστεί μόλις την προηγούμενη μέρα – τόσο κοφτερές ήταν οι ακμές και τόσο λείες οι επιφάνειες. Καμιά σκουριά δεν είχε διαβρώσει τις πανοπλίες. Η ξύλινη λαβή του δρεπανιού δεν ήταν σάπια. Όμως ο Χούμα ήξερε ότι αυτά τα όπλα ήταν πιο παλιά κι από τις κάτω αίθουσες, ότι αυτή η αίθουσα είχε δημιουργηθεί πριν από οτιδήποτε άλλο μέσα σε αυτό το βουνίσιο λαβύρινθο.

Δεν ήξερε πώς το γνώριζε, αλλά ήταν σίγουρος.

Τα σφυροκοπήματα είχαν γίνει πια οικεία στ’ αυτιά του και όταν σταμάτησαν, δεν το πρόσεξε αμέσως. Όταν το κατάλαβε, βρισκόταν κιόλας στη μέση του οπλοστασίου και η ματιά του έπεφτε μια εδώ και μια εκεί. Τότε κοντοστάθηκε αβέβαιος για μια στιγμή. Εκείνη τη στιγμή ήταν που είδε το φως που τρεμόσβηνε μπροστά του και άκουσε τον άγνωστο σιδηρουργό να ξαναπιάνει δουλειά. Μονάχα μια μεγάλη, βαριά πύλη τους χώριζε.

Ο Χούμα τέντωσε το χέρι του για να χτυπήσει το ένα θυρόφυλλο κι εκείνο άνοιξε. Την κίνησή του συνόδευε ένα τρομερό τρίξιμο και ο ιππότης πρόσεξε παραξενεμένος ότι τα σφυροκοπήματα συνεχίζονταν λες και ο σιδηρουργός δεν είχε ακούσει τίποτα – ή δεν τον ένοιαζε.

Ήταν ένας σιδηρουργός μεγαλόσωμος σαν θεός. Μια πελώρια δεξαμενή νερού, που δεν μπορούσε παρά να χρησιμεύει στην ψύξη του μετάλλου. Ένα τεράστιο καμίνι όπου –ο Χούμα αναγκάστηκε να μισοκλείσει τα μάτια– σκιώδεις μορφές τροφοδοτούσαν το φούρνο όλο δύναμη και χαρά.