Выбрать главу

Το σφυροκόπημα σταμάτησε οριστικά. Τράβηξε τα μάτια του από το πυρακτωμένο καμίνι και γύρισε.

Το αμόνι ήταν ψηλό μέχρι τη μέση του και θα ζύγιζε δώδεκα φορές το βάρος του με πλήρη πανοπλία. Η γεμάτη κάπνα μορφή που στεκόταν δίπλα του –σηκώνοντας ψηλά με ευκολία μια διπλή σφύρα με το ένα χέρι– γύρισε να κοιτάξει το νεοφερμένο. Οι φιγούρες στο καμίνι σταμάτησαν το έργο τους, όπως και οι δυο κοντά στο αμόνι. Ο σιδηρουργός χαμήλωσε το χέρι του και προχώρησε μπροστά. Τα μάτια του Χούμα δεν πήγαν αμέσως στο πρόσωπό του, αλλά καθηλώθηκαν πρώτα στο μπράτσο του. Ήταν μεταλλικό, από ένα μέταλλο που έλαμπε σαν αυτό που είχε μετενσαρκωθεί νωρίτερα ο Γουιρμφάδερ.

Τότε ο Χούμα κοίταξε το σιδηρουργό στο πρόσωπο. Όπως το κορμί του, έτσι κι αυτό ήταν γεμάτο κάπνα. Διαπίστωσε ότι δεν ανήκε σε κάποια ιδιαίτερη φυλή, γιατί τα χαρακτηριστικά του ήταν ένα κράμα από χαρακτηριστικά ξωτικού, ανθρώπου, νάνου και από κάτι… απροσδιόριστο.

Ο σιδηρουργός τον κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια και με φωνή παράξενα ήσυχη τον ρώτησε «Ήρθες επιτέλους για τη Δρακολόγχη;»

Κεφαλαίο 21

Ο Χούμα έριξε στο μεγαλόσωμο σιδηρουργό μια μπερδεμένη ματιά και ρώτησε «Την ποια;»

«Τη Δρακολόγχη. Είσαι επιτέλους εκείνος;» Τα χαρακτηριστικά του νάνου σφίχτηκαν με ολοφάνερη ανησυχία. Περιμένοντας την απάντηση, ο σιδηρουργός στένεψε τα μάτια και το λεπτό σαν ξωτικού στόμα του έγινε μια ίσια γραμμή στο σχεδόν ανθρώπινο πρόσωπό του. Αυτό το «διαφορετικό» που είχε του έδινε μια εμφάνιση τρομακτική αλλά ωραία, καθόλου συνηθισμένη στις τρεις γνωστές φυλές.

«Πέρασα τις προκλήσεις, αυτό μου είπαν τουλάχιστον. Αυτό είπε ο γκρίζος άντρας.»

«Ο γκρίζος το είπε, ε; Ακόμα και τον πανάρχαιο Γουιρμφάδερ;» Η βαριά μορφή δεν περίμενε απάντηση. «Ναι, θα τις πέρασες, φαντάζομαι, γιατί δεν τον ακούμε τελευταία. Είναι τόσο παράξενο που δεν ακούμε πια τον κομπασμό και τη λύσσα του πια. Δε θυμάμαι από πότε έχουμε να δούμε τόση ησυχία. Θα χρειαστεί να το συνηθίσω, φαντάζομαι.» Σήκωσε τους ώμους.

«Απάντησα ικανοποιητικά στην ερώτησή σου;» Αν και ο Χούμα δεν είχε βρει ακόμα την αυτοπεποίθησή του, την αξιοπρέπειά του την είχε ξαναβρεί. Δεν ήθελε να δείχνει αναστατωμένος.

«Πράγματι» ψιθύρισε ο σιδηρουργός – περισσότερο στον εαυτό του παρά στον ιππότη. «Πράγματι.»

Ο σιδηρουργός έβγαλε ένα δυνατό, ανοιχτόκαρδο γέλιο, «Μεγάλε, Ρέορξ! Αυτό δεν περίμενα να το δω! Επιτέλους, κάποιος θα μπορέσει να εκτιμήσει σωστά τη δουλειά μου. Ξέρεις πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που μίλησα με κάποιον αρμόδιο;»

«Κι αυτοί;» ο Χούμα του έδειξε τις φασματικές μορφές πίσω από το καμίνι. Δε φάνηκαν να έχουν θιγεί.

«Αυτοί; Αυτοί είναι οι βοηθοί μου. Είναι υποχρεωμένοι να τους αρέσει η δουλειά μου. Δε θα μπορούσαν να καταλάβουν την πραγματική χρησιμότητα της Δρακολόγχης, όπως ένας ιππότης. Πάλανταϊν, περίμενα τόσο καιρό!» Η φωνή του αντήχησε μέσα στην αίθουσα.

«Ξεχάστηκα.» Η φωνή του τεράστιου άντρα έσβησε ξαφνικά και το πρόσωπό του σοβάρεψε. Ο Χούμα πρόσεξε ότι οι μεταπτώσεις της διάθεσής του ήταν τόσο απότομες όσο ασυνήθιστα ήταν τα χαρακτηριστικά του. «Είμαι ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ, αρχισιδηρουργός, οπλοποιός και μαθητής του ίδιου του Ρέορξ. Τον ερχομό σου τον περίμενα περισσότερο απ’ όσο θέλω να θυμάμαι. Για πολλά χρόνια φοβόμουν ότι δε θα πατούσες ποτέ το πόδι σου εδώ πέρα, αλλά έπρεπε να γνωρίζω καλύτερα.» Ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ άπλωσε το χέρι του στον Χούμα, που το πήρε χωρίς σκέψη και βρέθηκε να σφίγγει καυτό μέταλλο.

Ο σιδηρουργός τον είδε που το κοίταζε και χαμογέλασε. «Ο ίδιος ο Γουιρμφάδερ μού το έκοψε πριν από χρόνια, όταν ήμουν ένας ανόητος νεαρός. Αν και με πόνεσε, ποτέ δε λυπήθηκα για την απώλειά του. Τούτο εδώ δουλεύει καλύτερα – τόσο που συχνά έχω αναρωτηθεί πώς θα γινόταν να αποκτήσω ένα ολόκληρο σφυρήλατο κορμί.» Το σκέφτηκε κάμποση ώρα πριν συνειδητοποιήσει ότι είχε ξεφύγει από το θέμα. «Φυσικά, χωρίς το ασημένιο χέρι, ούτε τη δύναμη θα είχα ούτε την αντοχή που χρειάζεται για να σφυρηλατήσω το τεράστιο κομμάτι του δρακοασημιού για να φτιάξω την όμορφη Δρακολόγχη.»

Να τη πάλι η Δρακολόγχη. «Τι είναι η Δρακολόγχη; Αν είναι αυτός ο λόγος που ήρθα, μπορώ να τη δω;»

Ο Άιρονγουιβερ ξαφνιάστηκε. «Δε σ’ την έδειξα;» έφερε το χέρι στο κεφάλι του, αδιάφορος για τη μουντζούρα που ήταν και τα δυο γεμάτα. «Όχι βέβαια! Το μυαλό μου έχει φυράνει. Έλα λοιπόν. Ακολούθα με και θα δούμε μαζί ένα θαύμα που συνδυάζει περισσότερα από τις δικές μου ικανότητες και το δικό σου κουράγιο μαζί.»