Выбрать главу

Ο σιδηρουργός γύρισε κι άρχισε να προχωρεί στα σκοτεινότερα βάθη της αίθουσας. Οι τέσσερις σκιώδεις βοηθοί του παραμέρισαν να περάσει ο μάστορας τους και ο ιππότης. Όταν έφτασε κοντά τους ο Χούμα, οι βοηθοί φάνηκαν να γίνονται ένα με το σκοτάδι το ίδιο και το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν τέσσερα ζευγάρια μάτια που φαίνονταν να τον διαπερνούν.

Κάμποσα μέτρα μπροστά του ο Άιρονγουιβερ σφύριζε ένα σκοπό που έμοιαζε αμυδρά με ένα εμβατήριο της Σολάμνια. Αυτό χαλάρωσε λιγάκι τον Χούμα, αν και απορούσε τι σχέση είχε ο σιδηρουργός με τους Ιππότες της Σολάμνια και από πόσο παλιά. Εκείνη τη στιγμή ο ιππότης δε θα ξαφνιαζόταν καθόλου αν ξυπνούσε ξανά στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ, για να ανακαλύψει ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο.

Έφτασαν σε μια άλλη πύλη και ο πελώριος σιδηρουργός στάθηκε και στράφηκε στον Χούμα. «Πέρα από αυτή την πύλη μόνο εσύ μπορείς να πας. Εγώ πρέπει να γυρίσω στις δουλειές μου. Κάποιος άλλος θα σε οδηγήσει στον έξω κόσμο και στους φίλους σου.»

Τους φίλους του; Πώς ήξερε για τον Καζ και τον Μάτζιους ο Ντάνκαν Άιρονγουιβερ; «Και η Δρακολόγχη;»

«Όταν τη δεις, θα τη γνωρίσεις, μικρέ μου φίλε.»

«Πού θα…» ο Χούμα πήγε να ρωτήσει κάτι ακόμα, αλλά σταμάτησε απότομα βλέποντας ότι μιλούσε στον αέρα. Στράφηκε γοργά προς τα εκεί από όπου είχαν έρθει, αλλά ο σιδηρουργός ήταν αόρατος. Μονάχα σκοτάδι. Ο Χούμα έκανε μερικά διστακτικά βήματα προς εκείνη την κατεύθυνση και ύστερα οπισθοχώρησε αηδιασμένος, όταν το πρόσωπό του έπεσε πάνω σ’ έναν ιστό αράχνης απίστευτα μεγάλο και χοντρό.

Έφτυσε την αηδιαστική ουσία από το στόμα του και παρατήρησε τον ιστό. Ήταν παλιός, έργο γενεών και γενεών. Η σκόνη κειτόταν πάνω του σε παχύ στρώμα. Εδώ κι εκεί, ήταν προσκολλημένος σε σκουριασμένα σύνεργα, σπαθιά, παλιά εργαλεία σιδηρουργού – πράγματα ξεχασμένα από τους κατασκευαστές και τους χρήστες τους πολύ καιρό πριν γεννηθεί ο ίδιος.

Μα μόλις είχε έρθει αποκεί.

Μια ανησυχητική σκέψη τού ήρθε στο μυαλό: τι είδους αράχνη θα χρειαζόταν έναν τόσο μεγάλο ιστό;

Με τα μάτια καρφωμένα στον ιστό, ο Χούμα άπλωσε το χέρι του κατά την πύλη. Το μάνταλο, μακρύ και οδοντωτό, σκουριασμένο από τα χρόνια, υποχώρησε ύστερα από μεγάλη μάχη. Τελικά η πύλη άνοιξε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης. Αργά και με μεγάλο σεβασμό, ο Χούμα μπήκε στην αίθουσα της Δρακολόγχης.

Είδε έναν πολεμικό κέλητα, αρματωμένο με την καθαρότερη πλατίνα, να φτύνει φωτιά από τα ρουθούνια του παραβγαίνοντας με τον άνεμο. Τότε είδε τον αναβάτη του, έναν ιππότη γενναίο και έτοιμο, με τη μεγάλη λόγχη σε θέση μάχης. Στο στήθος του φορούσε ένα θώρακα με το σύμβολο της Τριανδρίας – το Στέμμα, το Ξίφος και το Ρόδο. Μέσα από την προσωπίδα που του κάλυπτε το πρόσωπο έβγαινε φως, λαμπρό και ζωογόνο, και ο Χούμα κατάλαβε πως αυτός ήταν ο Πάλανταϊν.

Το μεγάλο πολεμικό άλογο πήδησε ξαφνικά στον αέρα και τεράστιες φτερούγες ξεπρόβαλαν από τα πλευρά του. Το κεφάλι του μάκρυνε και ο λαιμός του κύρτωσε και μάκρυνε κι αυτός, αλλά ούτε το μεγαλείο του έχασε ούτε την ομορφιά του. Από πλατινένιος κέλητας, έγινε πλατινένιος δράκος – και μαζί ο ιππότης με το σύντροφό του έδιωξαν από μπροστά τους το σκοτάδι με τη βοήθεια της λόγχης… της Δρακολόγχης. Έλαμπε με δική της ζωή και σκοπό – και το σκοτάδι διαλυόταν μπροστά της. Γέννημα του κόσμου και του ουρανού, ήταν η αληθινή δύναμη, ο αληθινός θεός.

Αφού διέλυσε το σκοτάδι, ο δράκος προσγειώθηκε μπροστά στον Χούμα που δεν μπορούσε παρά να πέσει στα γόνατα. Ο ιππότης έλυσε τη Δρακολόγχη από τη σκευή της και την έτεινε στη θνητή μορφή μπροστά του. Ο Χούμα σηκώθηκε αργά, με κάποιο δισταγμό και προχώρησε μπροστά. Άπλωσε το χέρι κι έπιασε τη λόγχη από το κοντάρι της. Ύστερα δράκος και αναβάτης χάθηκαν, αφήνοντας τον Χούμα μόνο, με το θαυμαστό του δώρο.

Τη σήκωσε ψηλά και φώναξε όλο χαρά.

Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα, σχεδόν όλη του η ενέργεια είχε στραγγίξει από το κορμί του, αλλά δεν τον πείραξε γιατί ήταν η εξάντληση που νιώθει κανείς μετά την αγαλλίαση της πραγματοποίησης των ονείρων του. Ήξερε καλά ότι στη ζωή του δε θα γνώριζε άλλη τέτοια έκσταση.

Απόμεινε πεσμένος στο έδαφος της αίθουσας, λουσμένος σε ένα λευκό, αγνό φως. Σηκώθηκε στα γόνατα, κοίταξε το φως και πλημμύρισε από δέος.

Από πάνω του, ολοζώντανος, στεκόταν ο δράκος. Τα μάτια του κοίταζαν το θνητό κι έμοιαζε σαν να είχε μόλις προσγειωθεί. Ήταν φτιαγμένος από καθαρή πλατίνα και σκαλισμένος από καλλιτέχνη που η ικανότητά του ανταγωνιζόταν τους θεούς. Είχε τα φτερά απλωμένα, καταλαμβάνοντας ολόκληρη την αίθουσα και ο Χούμα απόρησε που το μέταλλο άντεχε τόση καταπόνηση. Κάθε φολίδα του δράκου, από τη μικρότερη μέχρι τη μεγαλύτερη, ήταν τέλεια φτιαγμένη, με κάθε λεπτομέρεια. Έμοιαζε τόσο με ζωντανός που, αν ανέπνεε, ο Χούμα δε θα ένιωθε καμία έκπληξη.