Και ο αναβάτης του ήταν έτοιμος, λες, να πηδήσει με το δράκο στον ουρανό – τόσο αληθινός φαινόταν. Σαν του δράκου, και η δική του ματιά φαινόταν καρφωμένη στον Χούμα, αν και δε φαινόταν εύκολα: είχε την προσωπίδα κατεβασμένη. Η αρματωσιά του ήταν τόσο ακριβής στην παραμικρή λεπτομέρεια όσο και το δέρμα του δράκου – και ο Χούμα έβλεπε όλους τους συνδέσμους, όλες τις αρθρώσεις, ακόμα και τις λεπτομέρειες της διακόσμησης του θώρακα.
Αυτό που είχε φωτίσει την αίθουσα ήταν η Δρακολόγχη.
Μακριά, λεπτή, στενή, η λόγχη ήταν τρεις φορές το μπόι του ιππότη. Η αιχμή της φαινόταν τόσο κοφτερή που τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει. Πίσω από την κεφαλή, σχεδόν ένα μέτρο από την αιχμή, κοφτερές ακίδες ξεπρόβαλλαν από κάθε πλευρά, ικανές να προκαλέσουν μεγάλο πλήγμα στον εχθρό.
Το πίσω μέρος της λόγχης τελείωνε σ’ ένα σκαλιστό φυλακτήρα με μορφή δράκου που ορμούσε, ενώ το κοντάρι έβγαινε από το στόμα του σαν φλόγα. Πίσω από το φυλακτήρα, το πλατινένιο χέρι του ιππότη κρατούσε σταθερά τη λόγχη, έτοιμη για μάχη.
Ο Χούμα ένιωσε ανάξιος να πάρει τη Δρακολόγχη από τον ιππέα – τόσο τέλεια ήταν. Εντούτοις πήρε κουράγιο και την πλησίασε, σκαρφαλώνοντας για να τη βγάλει από τη σκευή που την κρατούσε στερεωμένη στη σέλα. Η βάση της λόγχης περιστρεφόταν επιτρέποντας σχετική ελευθερία κινήσεων στον Χούμα, αλλά δεν ήταν σίγουρος πώς να βγάλει από πάνω της το μεταλλικό χέρι του αναβάτη. Μόλις την άγγιξε, τα δάχτυλα του ιππότη φάνηκαν να χαλαρώνουν από μόνα τους και η λόγχη έπεσε σχεδόν στα ανοιχτά χέρια του Χούμα.
Ήταν βαριά, όπως και θα ’πρεπε άλλωστε, αλλά αυτό δεν απασχολούσε εκείνη τη στιγμή τον Χούμα. Ήταν τόσο συγκινημένος που συνέβαινε σ’ αυτόν, τον πιο ασήμαντο από τους ιππότες. Το ότι ο Πάλανταϊν τον είχε ευλογήσει έτσι ήταν πραγματικό θαύμα – και μόλις ακούμπησε τη λόγχη στο έδαφος, γονάτισε για να εκφράσει τις ευχαριστίες του. Η Δρακολόγχη φάνηκε να λάμπει ακόμα πιο έντονα.
Όταν ξεπέρασε επιτέλους το αρχικό δέος, πρόσεξε τις υπόλοιπες λόγχες που διακοσμούσαν τους τοίχους ολόγυρά του. Μπερδεύτηκε κάπως που του είχαν διαφύγει, αλλά ευχαρίστησε ξανά τον Πάλανταϊν που το είχε προβλέψει, γιατί μία λόγχη δε θα ήταν βέβαια αρκετή. Μέτρησε είκοσι συνολικά, δεκαεννέα όμοιες με τη δική του και μία μικρότερη αλλά το ίδιο λαμπρή και συμπέρανε πως πρέπει να ήταν για το πεζικό.
Μία-μία έβγαλε τις λόγχες από τα στηρίγματά τους παίρνοντάς τες στα χέρια του με σεβασμό. Ήταν τα εργαλεία με τα οποία ο Κριν θα μπορούσε να απαλλαγεί από τη δρακοβασίλισσα. Εθελοντές θα βρίσκονταν αμέτρητοι.
Πράγμα περίεργο, δε φαινόταν να υπάρχει άλλη έξοδος εκτός από την πύλη απ’ όπου είχε έρθει. Αναρωτήθηκε πώς θα έβγαζε τις λόγχες από το βουνό και πώς θα τις μετέφερε στη Σολάμνια. Είχε φτάσει μέχρι εκεί για να αποτύχει εξαιτίας ενός απλού εμποδίου;
Κοιτάζοντας ολόγυρα, τα μάτια του έπεσαν στη μορφή του καβαλάρη ιππότη. Κοίταζε ελάχιστα λοξά και προς τα πάνω, σαν να έψαχνε κάτι κοντά στις πέρα γωνίες της οροφής. Τόσο έντονη ήταν η εικόνα που ο Χούμα δεν μπόρεσε να μη γυρίσει να κοιτάξει προς την ίδια κατεύθυνση.
Στην αρχή δεν είδε τίποτα. Ύστερα παρατήρησε το σχεδόν αόρατο περίγραμμα μιας καταπακτής. Έτρεξε να δει καλύτερα και στον τοίχο από κάτω της διέκρινε λαβές και πατήματα. Ήταν απλές προεξοχές, εντελώς αόρατες αν δε στεκόσουν ακριβώς μπροστά τους.
Ο Χούμα γύρισε και κοίταξε όλο αγωνία τις λόγχες που είχε μαζέψει. Δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να τις αφήσει εκεί, αλλά ήξερε καλά ότι για να βγάλει έστω και μία από την αίθουσα θα χρειαζόταν βοήθεια. Χρειαζόταν τον Καζ και τον Μάτζιους.
Άρχισε να σκαρφαλώνει ζωηρά. Δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο το περίμενε και σε λίγο βρισκόταν κοντά στην οροφή. Όμως το άνοιγμα της καταπακτής αποδείχτηκε δύσκολη υπόθεση, γιατί για να τη σπρώξει σωστά, έπρεπε να γείρει επικίνδυνα προς τα πίσω. Οι μύες του χεριού του που τον κρατούσε να μην πέσει και τσακιστεί τεντώθηκαν μέχρι που κόντευαν να σπάσουν. Είχε αναγκαστεί να βγάλει τα γάντια του για να πιάνεται καλύτερα – και αφού το δέρμα των δαχτύλων του άρχιζε να σκίζεται αργά, άρχισε τις προσευχές.
Όταν άνοιξε επιτέλους η καταπακτή, έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης. Όποιος ήταν ο σχεδιαστής της, την είχε φτιάξει επίτηδες τόσο δύσκολη, για λόγους που δεν περνούσαν καν από το μυαλό του. Αυτό όμως που είχε σημασία ήταν ότι ο δρόμος ήταν ανοιχτός.
Έβγαλε το χέρι του κι ένιωσε ένα δροσερό αεράκι να χορεύει ανάμεσα στα δάχτυλά του. Ψαχουλεύοντας, ανακάλυψε πως το έδαφος καλυπτόταν από κάτι απαλό, χιόνι ίσως. Άρπαξε το χείλος του ανοίγματος και τραβήχτηκε προς τα πάνω.