Выбрать главу

Ήταν μέρα. Δεν έβρεχε. Δεν υπήρχαν σύννεφα. Ο ήλιος; Φώτιζε τη βουνοπλαγιά και ο Χούμα απόμεινε εκεί, σχεδόν κρεμασμένος ακόμη, ρουφώντας τη θέα. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε δει πραγματικά τον ήλιο; Δε θυμόταν πια. Ήταν ένα μεγαλειώδες θέαμα κι ένα σημάδι ίσως ότι η παλίρροια είχε αντιστραφεί.

Πραγματικά, το έδαφος ήταν σκεπασμένο από ένα λεπτό στρώμα χιονιού. Στο χιόνι γύρω του δεν υπήρχαν ίχνη, έτσι, αν δεν πετούσε κάτι πάνω από το κεφάλι του, ο Χούμα ήταν μόνος. Όμως ο ουρανός ήταν καθαρός. Καθαρός και γαλάζιος. Είχε ξεχάσει ότι ο ουρανός ήταν γαλάζιος.

Ο Χούμα βγήκε από το αόρατο στόμιο και κοίταξε προσεκτικά το τοπίο. Πρόσεξε ένα μεγάλο βράχο κοντά του και τον έβαλε δίπλα στην καταπακτή για σημάδι.

«Το έλπιζα ότι θα τα κατάφερνες. Προσευχόμουν να τα καταφέρεις. Αν δεν τα κατάφερνες, ούτε που ξέρω τι θα έκανα.»

«Γκουίνεθ!» το όνομα ξεπήδησε από τα χείλη του τη στιγμή που γυρνούσε προς το μέρος της.

Ήταν ντυμένη με απλό μανδύα σε ασημένια απόχρωση και τα μαλλιά της ανέμιζαν. Η νεαρή γυναίκα που είχε φροντίσει για την ανάρρωσή του στη σκηνή δεν έμοιαζε καθόλου μ’ αυτή τη μεγαλόπρεπη… τι; Ιέρεια; Τι ρόλο είχε παίξει σε όλα αυτά;

«Πραγματικά τα κατάφερα, Γκουίνεθ! Κάτω από τα πόδια μας βρίσκονται τα όπλα που θα απαλλάξουν τον κόσμο από τη δρακοβασίλισσα!»

Εκείνη χαμογέλασε με τον ενθουσιασμό του κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Τα πόδια της έμοιαζαν να μην αγγίζουν καλά-καλά το χιονισμένο έδαφος και ο Χούμα παρατήρησε ότι δεν άφηνε πατημασιές πίσω της.

«Μίλησέ μου γι’ αυτό.»

Προσπάθησε, προσπάθησε τόσο πολύ, αλλά οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του ήταν τόσο αδύναμες, τόσο μπερδεμένες, τόσο απλοϊκές γι’ αυτό που ήθελε να εκφράσει. Ακούγονταν όλα τόσο απίθανα καθώς διηγιόταν την περιπέτειά του στην Γκουίνεθ. Τα είχε όντως περάσει όλα αυτά; Πώς εκείνος ο αρχαίος τρόμος που άκουγε στο όνομα Γουιρμφάδερ είχε γίνει ένα λαμπερό άγαλμα τόσες φορές το μπόι του ιππότη; Το όραμα στην αίθουσα της Δρακολόγχης ήταν αληθινό ή προϊόν των παραισθήσεών του;

Η Γκουίνεθ άκουσε ολόκληρη τη διήγηση με το πρόσωπο ανέκφραστο, εκτός από μια απροσδιόριστη έκφραση στα μάτια της που τον κοίταζαν. Όταν τελείωσε, εκείνη του έγνεψε όλο σοφία και του είπε, «Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, κατάλαβα το μεγαλείο. Σε σένα είδα αυτό που έλειπε από τόσους και τόσους πριν από σένα. Εσύ νοιάζεσαι στ’ αλήθεια για το λαό του Κριν. Εκεί απέτυχαν οι άλλοι. Κι αυτοί νοιάζονταν, αλλά πολύ λίγο σε σχέση με την προσωπική τους φιλοδοξία.»

Ο Χούμα την έπιασε από τα χέρια και την κράτησε. «Τώρα θα χαθείς κι εσύ σαν τον γκρίζο άνθρωπο και το σιδηρουργό;»

«Ναι, για ένα διάστημα. Πρέπει να βρεις τους συντρόφους σου. Όταν γυρίσεις, θα σε περιμένει κάποιος άλλος. Κάποιος που έχεις γνωρίσει και που θα σε βοηθήσει τις μέρες που έρχονται.»

«Κι ο Καζ με τον Μάτζιους;»

«Εδώ κοντά είναι.» Του χαμογέλασε. «Μου κάνει εντύπωση που έχουν ανεχτεί τόσο καιρό ο ένας τον άλλο.»

«Πρέπει να τους βρω» είπε αποφασιστικά ο Χούμα. Είχε τόσα να κάνει. Δεν ήθελε καθόλου να αφήσει την Γκουίνεθ, έστω και αν επρόκειτο να ξανασυναντηθούν. Ή μήπως όχι;

Το βλέμμα της έγινε αμήχανο και τραβήχτηκε από τη λαβή των χεριών του. Χαμογελούσε ακόμα αλλά πιο αχνά, σαν κάλυψη ή σαν άμυνα. «Οι φίλοι σου είναι προς τα εκεί.» Του έδειξε ανατολικά. «Καλά θα κάνεις να πας τώρα κοντά τους. Έχουν αρχίσει ν’ ανησυχούν πολύ για σένα.»

Έκανε μεταβολή κι έφυγε γοργά κι ανάλαφρα. Ο Χούμα παραλίγο να την ακολουθήσει, αλλά του άρεσε τόσο που σεβάστηκε την επιθυμία της. Βασανιζόταν από τη σκέψη ότι μπορεί να μην την έβλεπε ξανά, αλλά την άφησε να φύγει και στράφηκε κι εκείνος ανατολικά, προχωρώντας πάνω στο μαλακό χιόνι. Παρατήρησε ότι τα σύννεφα δεν είχαν διαλυθεί. Μόλις που άφηναν ελεύθερη την κορυφή.

Δεν είχε περπατήσει περισσότερο από δέκα λεπτά, όταν άκουσε τη φωνή. Δεν μπορούσε να κάνει λάθος. Ήταν ο Καζ –και μάλιστα θυμωμένος. Ο ιππότης άνοιξε το βήμα του. Μονάχα ένα άτομο μπορούσε να θυμώσει τόσο το μινώταυρο.

«Μακάρι να είχα ακολουθήσει την επιθυμία μου και να είχα δώσει τέλος στην άθλια ύπαρξή σου τότε. Δεν έχεις ούτε τιμή ούτε συνείδηση.» Ο μινώταυρος ορθωνόταν πανύψηλος. Οι γροθιές του τόνιζαν κάθε του λέξη χτυπώντας τον αέρα, σαν να τα είχε βάλει μαζί του.

Ο Μάτζιους καθόταν κατά περίεργο τρόπο ήσυχος σ’ ένα μεγάλο βράχο, με το κεφάλι στις παλάμες, ακίνητος, ενώ ο μινώταυρος συνέχιζε να τον βρίζει. Ο Χούμα τούς πλησίασε σφιγμένος.

Ο Μάτζιους ήταν αυτός που ένιωσε το πλησίασμά του. Το πρόσωπο του μάγου ήταν ωχρό και τραβηγμένο και τα μαλλιά του πετιόνταν άγρια γύρω από το κεφάλι του. Τα μάτια του ήταν βαθουλωμένα. Γούρλωσαν καθώς σήκωσε το κεφάλι και το μουδιασμένο του μυαλό αναγνώρισε, επιτέλους, τη μορφή του μοναδικού του φίλου.