Выбрать главу

«Χούμα!»

«Τι;» Ο Καζ αναπήδησε ακούγοντας την αναπάντεχη επίκληση. Είδε προς τα πού κοίταζε ο μάγος και γύρισε. Το κοκκίνισμα των ματιών του χάθηκε κι ένα χαμόγελο όλο δόντια φάνηκε στο ταυρόμορφο πρόσωπό του. Προς το παρόν είχε ξεχάσει το θυμό του. «Χούμα!»

Ο μινώταυρος έκανε μπροστά και ο Μάτζιους φάνηκε να κουλουριάζεται μέσα στον εαυτό του. Κοίταζε με θλίψη προς το μέρος του Χούμα, αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να μιμηθεί τον Καζ και να χαιρετήσει το χαμένο του σύντροφο.

Ο μινώταυρος κόντεψε να λιώσει τον Χούμα με το τρομερό του αγκάλιασμα. Τον κοίταζε χαμογελώντας όλη την ώρα και ξαφνικά σήκωσε τον άμοιρο ιππότη στον αέρα και τον έφερε βόλτα. Στα χέρια του τεράστιου κτηνάνθρωπου ο Χούμα ένιωθε σαν παιδάκι.

«Που ήσουν; Σ’ έψαξα, αλλά δεν μπόρεσα να βρω το δρόμο που πήρες. Έψαξα ξανά και ξανά φωνάζοντάς σε, αλλά μόνο ο άνεμος μου απαντούσε κι εκείνη η κολασμένη κραυγή. Σαργκ… θεοί! Τελικά πίστεψα πως πέθανες.» Τον κατέβασε στο έδαφος. Στράφηκε στον Μάτζιους που οπισθοχώρησε σαν να τον είχαν χτυπήσει. «Όταν είπα σε τούτον εδώ τι είχε συμβεί, στην αρχή πήγε να βάλει τα γέλια από τη χαρά του!»

«Τι;» Ο Χούμα κοίταξε τον Μάτζιους. Ο παιδικός του φίλος δεν εννοούσε να τον κοιτάξει.

Ο Καζ έδειξε τον ιππότη με το δάχτυλο. «Ξέρεις γιατί ήσουν τόσο σημαντικός για εκείνον; Δεν ήταν για τη φιλία σου. Ούτε για τις ικανότητές σου. Το τρελό του όραμα τον είχε πείσει ότι κάπου υπήρχε όντως ένα δώρο του Πάλανταϊν και ότι, αν προσπαθούσε να το πάρει, θα έχανε τη ζωή του. Για αυτό σκόπευε να στείλει εσένα στη θέση του. Εσύ θα δεχόσουν την επίθεση που θα σκότωνε εκείνον! Η δική σου ζωή ήταν αναλώσιμη!» Ο θυμωμένος πολεμιστής γέλασε ψυχρά. «Μπορείς να το πιστέψεις; Ισχυρίστηκε ότι ένας ιππότης ντυμένος με την πανοπλία του ήλιου, που κρατούσε μια λόγχη με απίστευτη δύναμη, θα τον τρυπούσε πέρα για πέρα. Άκουσες ποτέ σου τέτοια ανοησία;

Όταν σε θεώρησε νεκρό, πίστεψε ότι το όραμά του είχε αλλάξει για πάντα. Ήταν σίγουρος ότι θα έβρισκε αμέσως το μεγάλο μυστικό και θα το χρησιμοποιούσε στη μνήμη σου και προς δική του δόξα.»

Ο Καζ σταμάτησε να πάρει ανάσα και ο Χούμα βρήκε την ευκαιρία να παρακάμψει το μινώταυρο και να σταθεί μπροστά στον Μάτζιους. Ο μάγος σήκωσε τα μάτια σχεδόν έντρομος και τραβήχτηκε ένα βήμα. Ο Χούμα του άπλωσε το χέρι, αλλά ο Μάτζιους αρνήθηκε να το πιάσει.

Ο μινώταυρος ήρθε και στάθηκε πίσω από τον Χούμα. «Μη βρίσκοντας ούτε μονοπάτι ούτε σπηλιά, αυτός άρχισε να καταρρέει. Ποτέ μου δεν περίμενα ότι θα είχε συνείδηση. Φαντάζομαι ότι βοήθησα κι εγώ, γιατί δεν πέρασε ώρα και μέρα χωρίς να του θυμίσω τι είχε κάνει. Κι εσύ που τον θεωρούσες καλό σου φίλο…»

Ο Χούμα έσκυψε. Η φωνή του ήταν απαλή. «Μάτζιους, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Δε σε μισώ για ό,τι έκανες. Δεν το έκανες εσύ. Καθόλου.»

Η σκιά του μινώταυρου τους κάλυψε και τους δύο. Ο Μάτζιους γύρισε αλλού.

«Τι λες εκεί, Χούμα;» ρώτησε επιτακτικά ο μινώταυρος. «Τούτος εδώ σε πρόδωσε, το σχεδίαζε να σε προδώσει πριν συναντηθούμε οι δυο μας. Και όλα αυτά για μια μεγάλη, ανόητη τρέλα!»

«Δεν ήσουν εκεί» του πέταξε κοφτά ο Χούμα. «Έχω ακούσει ιστορίες για το πόσο αληθινές είναι οι Δοκιμασίες. Καμιά φορά υπάρχουν μόνο στο μυαλό. Άλλοτε είναι απολύτως και τρομακτικά υπαρκτές. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο δοκιμαζόμενος μάγος μπορεί να πεθάνει.»

«Μάτζιους» ψιθύρισε ο Χούμα στον τσακισμένο από τις τύψεις φίλο του. Ο μάγος έδειχνε να βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Πρέπει να του φαινόταν ότι το φάντασμα του φίλου του είχε γυρίσει να στοιχειώσει εκείνον που τον είχε προδώσει. «Μάτζιους, ξέχνα το όραμα. Είχες δίκιο για το βουνό. Βρήκα αυτό που αναζητούσαμε!»

Τα μάτια του μάγου γούρλωσαν – ύστερα στένεψαν και άρχισε να ηρεμεί. «Το βρήκες;»

«Ναι. Αντιμετώπισα τις προκλήσεις του βουνού και νίκησα.»

«Τι είναι αυτά που λες;» βρυχήθηκε ο Καζ. «Ποιες προκλήσεις;»

Ο Χούμα τούς περιέγραψε σύντομα τα όσα είχαν συμβεί στο βουνό. Η ιστορία του Γουιρμφάδερ έκανε να φωτιστούν παράξενα τα μάτια του Μάτζιους, που παραδέχτηκε τραυλίζοντας ότι το σχέδιο του αγάλματος το είχε μελετήσει χρόνια πριν, αλλά δεν είχε καταλήξει παρά σε κάτι σπαράγματα μύθου. Η προδοσία τού Ρέναρντ κατέπληξε και τους δύο ακροατές. Ο Μάτζιους είχε μεγαλώσει μαζί με τον Χούμα και συχνά αναρωτιόταν σχετικά με τον πατέρα του.

«Μα τους προγόνους μου είκοσι πέντε γενιές πριν! Αχ, και να ήμουν εκεί όταν βρήκες τον πατέρα όλων των δράκων. Τέτοια μάχη και να τη χάσω!» Ο μινώταυρος κούνησε το κεφάλι.

Ο ιππότης μόρφασε. «Περισσότερο από καθετί άλλο, ήταν μάχη επιβίωσης. Η τύχη είχε μεγάλη συμμετοχή σ’ αυτήν.»