Выбрать главу

«Δεν το νομίζω. Δε βλέπω να παίζει ρόλο ο παράγοντας τύχη σ’ αυτές τις προκλήσεις. Πόσοι άλλοι θα έκαναν τα ίδια; Πόσοι άλλοι θα το έβαζαν στα πόδια ή θα στέκονταν τρέμοντας μπροστά στο δράκο; Πολλοί μινώταυροι θα το θεωρούσαν τρέλα.»

Ο Μάτζιους τράβηξε το μπράτσο του Χούμα σχεδόν σαν παιδάκι. «Η Δρακολόγχη; Την έχεις μαζί σου; Πρέπει να τη δω!»

Μια γερή γροθιά με γαμψά νύχια έπεσε μπροστά στο πρόσωπο του μάγου. «Δε θα δεις τίποτα.»

Ο Χούμα πάλεψε με την οργή του μινώταυρου κατεβάζοντάς του το χέρι. Ο Καζ τον αγριοκοίταξε και μετά πίεσε τον εαυτό του να συγκρατηθεί.

«Αυτός είναι ο λόγος που σας χρειάζομαι τώρα» τους είπε ο Χούμα. «Ίσως περιμένει κι άλλο ένα πρόσωπο να μας βοηθήσει, αλλά σας χρειάζομαι να με βοηθήσετε να τραβήξω τις λόγχες από την αίθουσα. Όλες, εκτός από μία, έχουν το διπλό σου μπόι, Καζ. Θα είναι δύσκολο.»

«Θα το κάνουμε όμως – και αυτό εδώ το παράσιτο θα μας βοηθήσει.»

Ο Μάτζιους χλόμιασε, αλλά δεν υποχώρησε. «Θα κάνω ακριβώς την ίδια δουλειά με σας τους δύο. Και μάλλον περισσότερη.»

Ο άνεμος τύλιξε τη χαίτη του μινώταυρου γύρω από το πρόσωπό του, δίνοντάς του ιδιαίτερα άγρια όψη. «Αυτό θα το δούμε, μάγε.»

«Αρκετά!» φώναξε ο Χούμα. Αν ήταν ανάγκη, θα τις έβγαζε και μόνος του τις λόγχες, σερνοντάς τες. «Αν σκοπεύετε να έρθετε, ελάτε, αλλιώς μείνετε εδώ μέχρι να σας σκεπάσει το χιόνι!»

Έφυγε με βαρύ βήμα. Αμέσως μετά οι άλλοι δυο τον ακολούθησαν γοργά και χωρίς σχόλια.

Είχε σημαδέψει τη θέση όσο καλύτερα μπορούσε. Ο βράχος ήταν εκεί που τον είχε αφήσει. Τον πλησίασε και κοίταξε κάτω. Ο Καζ με τον Μάτζιους κοίταξαν με περιέργεια, ειδικά όταν το χέρι του Χούμα δε βρήκε παρά σκληρό χώμα και όχι την καταπακτή που έπρεπε να βρίσκεται εκεί.

«Τι τρέχει;» ρώτησε ο Μάτζιους.

«Δεν τη βρίσκω! Δεν τη βρίσκω!»

Οι άλλοι δύο έπεσαν στα γόνατα κι άρχισαν να ψάχνουν το έδαψος.

«Δε χρειάζεται να ψάξετε άλλο» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή. «Οι Δρακολόγχες είναι ασφαλείς και έτοιμες για το ταξίδι που θα τις φέρει στον κόσμο.»

Η φωνή ερχόταν από ψηλά. Ένας δυνατός άνεμος χτύπησε τους τρεις συντρόφους, κάνοντάς τους να πισωπατήσουν. Η φωνή ζήτησε συγνώμη και τα τεράστια φτερά μείωσαν τη φόρα τους, ενώ η μεγαλόπρεπη δράκαινα προσγειώθηκε σ’ ένα γειτονικό βράχο.

«Άκουσα τις επικλήσεις» είπε η ίδια ασημένια δράκαινα που είχε βοηθήσει τον Χούμα και τον Καζ κάποια στιγμή που εκείνη τη στιγμή τούς φαινόταν τόσο μακρινή. «Οι λόγχες είναι έτοιμες και μας περιμένουν σε ασφαλές μέρος.» Κοίταξε τον ιππότη – με αγάπη; «Το επόμενο στάδιο του ταξιδιού τους, Χούμα, εξαρτάται από σένα.»

Κεφαλαίο 22

«Εσύ; Εσένα κάλεσε η Γκουίνεθ;»

Το κεφάλι της ασημένιας δράκαινας ανεβοκατέβηκε καταφατικά. «Σε αυτό τον τόπο γεννήθηκα πριν από πολύ καιρό. Έρχομαι ακόμα εδώ. Είναι μέρος των καθηκόντων μου, μέρος της μοίρας μου να στέκω εδώ φρουρός περιμένοντας τη μέρα που οι Δρακολόγχες θα δοθούν στον κόσμο.»

«Πώς τα έβγαλες πέρα με το σκοτάδι;» ρώτησε ο Χούμα. Θυμήθηκε τους δράκους που περίμεναν να τους τυλίξει η μαγική σκοτεινιά. Τότε είχε αναρωτηθεί αν θα ζούσαν ή θα πέθαιναν.

«Νικηθήκαμε.» Υπήρχε μια πικρία πολύ ανθρώπινη στη φωνή της. «Δεν ήταν μόνο δουλειά των αποστατών. Νιώθαμε την παρουσία των Μάγων του Μελανού Χιτώνα, αν και για κάποιο λόγο δίσταζαν να αναμιχθούν, και κάτι ακόμα. Κάτι τόσο κακοήθες που δύο δικοί μας πέθαναν επιτόπου, εξαιτίας αυτής της παρουσίας και μόνο. Το υποψιαστήκαμε και μέχρι να τελειώσουν όλα, ήμασταν σίγουροι.» Δίστασε. «Η Τακίσις είχε έρθει η ίδια στον Κριν.»

Έμειναν όλοι κατάπληκτοι. Το στόμα του μινώταυρου ανοιγόκλεινε, αλλά δεν έβγαζε λέξη. Ο Μάτζιους κουνούσε συνέχεια το κεφάλι του, σαν να μπορούσε να το αρνηθεί. Ο Χούμα είχε απομείνει ακίνητος, με μια πετρωμένη έκφραση που κάλυπτε καλά το φόβο και την αγωνία που ένιωθε. Η δρακοβασίλισσα στον Κριν –όλα έδειχναν ότι είχε χαθεί κάθε ελπίδα.

Ή μήπως όχι; Αμέσως ο Χούμα θυμήθηκε το όραμα του πλατινένιου ιππότη που είχε νικήσει το Σκότος με τη δύναμη της λόγχης. Πρόλαβε κάθε σχόλιο με μια ξερή δήλωση: «Αυτό δε σημαίνει τίποτα. Έχουμε τις Δρακολόγχες. Υπάρχει ακόμη ελπίδα.»

Ο Καζ κούνησε το κεφάλι του, ενώ ο Μάτζιους ρουφούσε απλώς κάθε του λέξη. Η δράκαινα τον κοίταξε ικανοποιημένη. Ήταν πολύ ευχαριστημένη από την αντίδραση του Χούμα.

Σηκωνόταν αέρας και ούτε ο Χούμα ούτε οι σύντροφοί του είχαν σκοπό να μείνουν στο βουνό περισσότερο απ’ όσο ήταν απαραίτητο. Χρειάζονταν τροφή και ανάπαυση.

«Που είναι οι λόγχες;» ρώτησε ο Χούμα την ασημένια δράκαινα.

«Είναι πέρα, κάτω, μαζί με τ’ άλογά σας. Μπορούσα να τις κουβαλήσω όλες, αλλά δε θα μπορούσα να κάνω κανένα ελιγμό, πόσο μάλλον να πετάξω ψηλά. Καλύτερα να είμαι ελεύθερη αν δεχτούμε επίθεση καθ’ οδόν.»