«Θα λειτουργήσει» του απάντησε το φτερωτό πλάσμα.
Όσο ο Χούμα δούλευε τη σέλα, ο Μάτζιους επιθεωρούσε την άμαξα. Δεν του πολυάρεσε η ιδέα να φέρουν με την άμαξα τις λόγχες μέχρι πέρα, στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ, με την προϋπόθεση ότι η Ακρόπολη της Σολάμνια δεν είχε πέσει – και μοιράστηκε τις σκέψεις του με τους γύρω του.
«Δε χρειάζονται όλα αυτά. Μπορώ να μεταφέρω τις λόγχες, κυριολεκτικά, σε χρόνο μηδέν.» Ο μάγος σήκωσε τα χέρια του και άρχισε να μουρμουρίζει.
Ο Χούμα, συνειδητοποιώντας τι συνέβαινε, έριξε τη σέλα καταγής. «Μάτζιους! Μη!»
Ήταν πολύ αργά. Ο μάγος ολοκλήρωσε το ξόρκι του και… τίποτα δεν έγινε, εκτός από το ότι οι Δρακολόγχες φάνηκαν να λάμπουν λίγο πιο έντονα. Ο Μάτζιους κοίταξε την άμαξα και ύστερα τα χέρια του, σαν να ήταν εκείνα υπεύθυνα για την αποτυχία του.
Ο Καζ γέλασε βροντερά.
«Μην το ξανακάνεις αυτό!» του έβαλε τις φωνές ο Χούμα. «Είσαι τυχερός. Οι Δρακολόγχες είναι αναίσθητες στη μαγεία σου. Αλλιώς, κανείς δεν ξέρει τι θα συνέβαινε αν είχες χρησιμοποιήσει δυνατότερο ξόρκι.»
Σε λίγο η σέλα ήταν δεμένη στη δράκαινα. Εφάρμοζε πάνω της, αλλά ήταν άβολη. Τα κοψίματα που έκανε ο Χούμα στα πλαϊνά της την είχαν ισιώσει. Τα σκοινιά ήταν σφιχτά, αλλά δεν έσφιγγαν υπερβολικά τη δράκαινα. Όταν τέλειωσε, ο ιππότης ξεχώρισε την αρχική λόγχη από τις υπόλοιπες και, με τη βοήθεια του Καζ, την έδεσε χαλαρά στο πλάι, από το μπροστάρι της σέλας.
Αποφάσισαν να οδηγήσει ο Μάτζιους την άμαξα και ο Καζ να ιππεύει πλάι του το ελεύθερο άλογο ως συνοδός. Από ψηλά, ο Χούμα και η δράκαινα θα εκτελούσαν χρέη ανιχνευτών και θα τους προστάτευαν.
Ο Χούμα κοντοστάθηκε πριν ανέβει στη δράκαινα. Κοίταξε την κορυφή. «Και η Γκουίνεθ; Τι θα απογίνει;»
Η ασημένια δράκαινα έστρεψε το κεφάλι της και τον κοίταξε με μεγάλο ενδιαφέρον. «Την αγαπάς;»
Αν και δε θεωρούσε τον εαυτό του τον καλύτερο κριτή των συναισθημάτων του, ο Χούμα τελικά της έγνεψε καταφατικά. «Αν και την ξέρω λίγο καιρό, νιώθω να τη γνωρίζω καλύτερα από κάθε άλλον. Δε θα έρθει μαζί μας;»
Η δράκαινα άνοιξε τα τεράστια σαγόνια της για να φωνάξει, κοντοστάθηκε και τελικά άλλαξε γνώμη σχετικά με αυτό που σκόπευε να πει. «Έχει πράγματα να κάνει. Είναι πιθανό να την ξαναδείς τη στιγμή που δε θα το περιμένεις καθόλου.»
Δεν ήταν αυτό που ήθελε ν’ ακούσει, αλλά οι ιππότες χρειάζονταν τις λόγχες. Δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο.
«Καθ’ οδόν μπορεί να συναντήσουμε τίποτα δικούς μου» είπε η δράκαινα. «Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορέσουμε να τα μεταφέρουμε όλα πετώντας και να κερδίσουμε πολύ χρόνο.»
Ο Χούμα βολεύτηκε στη σέλα. Έλεγξε τη Δρακολόγχη. Την ένιωθε καλά στο χέρι του. «Πάμε.»
Φεύγοντας από την οροσειρά, βρήκαν να τους περιμένει μια μοναχική φιγούρα πάνω σε ένα βαρύ, πολεμικό άλογο. Από μακριά ήταν αδύνατον να καταλάβουν αν ήταν φίλος ή εχθρός, και έτσι ο Χούμα, καβάλα στην ασημένια δράκαινα και πολύ ψηλότερα από τους συντρόφους του, προχώρησε μπροστά, πετώντας χαμηλά και γοργά για να το ερευνήσει. Όταν είχε φτάσει στα μισά της διαδρομής, είδε τη φιγούρα να υψώνει το χέρι της και να φωνάζει κάτι σε χαιρετισμό. Την επόμενη στιγμή ο Χούμα τον αναγνώρισε.
Ο Μπουόρον παρακολούθησε με γουρλωμένα μάτια τη δράκαινα να προσγειώνεται μπροστά του. Είδε τον ιππότη καθισμένο πάνω στο γιγάντιο πλάσμα, με τη λαμπερή λόγχη έτοιμη.
«Χούμα;»
«Μπουόρον.» Ο Χούμα δεν ξεπέζεψε. «Γιατί είσαι ακόμα εδώ; Συνέβη κάτι στο φυλάκιο;»
Ο γενειοφόρος ιππότης κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι… Απλώς σκέφτηκα ότι κάποιος έπρεπε να περιμένει εδώ καλού-κακού.»
Η πίστη του ιππότη συγκίνησε τον Χούμα. «Εκτιμώ πολύ την αφοσίωσή σου, φίλε μου. Επιστρέφουμε στη Σολάμνια. Φοβάμαι πως δεν προλαβαίνουμε να σταματήσουμε στο φυλάκιο, αλλά θα χρειαστεί να το κάνουμε για να πάρουμε προμήθειες.»
«Δεν υπάρχει λόγος.» Ο Μπουόρον τού έδειξε κάμποσους βαριούς, γεμάτους σάκους δεμένους στη σέλα του. «Εδώ έχω αρκετά για τέσσερα άτομα, για μια εβδομάδα. Τα άλογα μπορούν να βοσκήσουν. Ούτε το νερό είναι πρόβλημα. Μπορώ να σας δείξω πολλά ρυάκια.»
Ο Χούμα μισόκλεισε τα μάτια. «Μιλάς σαν να πρόκειται να έρθεις μαζί μας. Σ’ ευχαριστώ που το σκέφτηκες, αλλά δεν μπορώ να σου ζητήσω κάτι τέτοιο.»
Ο Μπουόρον χαμογέλασε αχνά. «Έχω την άδεια του Τάγκιν να επιστρέψω μαζί σας στη Σολάμνια. Θεωρεί ότι πρέπει να δώσουμε αναφορά στην Ανώτατη Διοίκηση σχετικά με τις δραστηριότητές μας και να δούμε αν θέλει τίποτα από μας ο Μεγάλος Μάγιστρος Τρέικ.»
«Ο Τρέικ πέθανε. Τώρα Μεγάλος Μάγιστρος είναι ο Όσγουολ.»