Выбрать главу

«Πότε συνέβη αυτό;»

Ο Χούμα άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά σταμάτησε. Ακόμα δεν είχε ολότελα πειστεί πως ήταν αλήθεια. «Θα σου τα εξηγήσω αργότερα. Αφού έχεις το ελεύθερο να έρθεις μαζί μας, οι σύντροφοί μου δε θα έχουν καμία αντίρρηση.»

Ο άλλος μόρφασε. «Ο μινώταυρος και ο μάγος;»

«Βοηθούν και οι δύο.»

Εκείνη τη στιγμή έφτασαν και ο Μάτζιους με τον Καζ. Ο Χούμα στράφηκε προς το μέρος τους και τους πληροφόρησε ότι ο συνάδελφός του ιππότης θα ερχόταν μαζί τους. Ο μινώταυρος τον χαιρέτησε σαν συμπολεμιστή, ενώ ο Μάτζιους έδειξε να τον θεωρεί κάτι σαν αναγκαίο κακό.

Δεν προχώρησαν πολύ περισσότερο εκείνη τη μέρα. Αν και οι πολεμικοί κέλητες συμπεριφέρονταν άψογα σαν καματερά άλογα, όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να κουράζονται. Τελικά ο Χούμα και η ασημένια δράκαινα προσγειώθηκαν μπροστά τους για να στήσουν τον καταυλισμό τους.

Αργότερα, καθώς ξεκουράζονταν, ο Χούμα άκουσε ένα μακρινό θόρυβο και σήκωσε το κεφάλι του αλαφιασμένος. Ήταν αχνός, πολύ αχνός, αλλά απόλυτα αναγνωρίσιμος. Έπιασε τον Μπουόρον από το μπράτσο και του είπε «Πες μου, υπάρχουν πολλοί λύκοι στην περιοχή;»

Ο Μπουόρον σήκωσε τους ώμους. «Αρκετοί. Εκτός από εμάς, δεν υπάρχουν άλλα δείγματα πολιτισμού – όπως τον ξέρουμε τουλάχιστον. Τολμώ να πω ότι στο συγκεκριμένο θέμα τα ξωτικά θα διαφωνούσαν μαζί μου. Γιατί;»

Ο Χούμα κούνησε κουρασμένα το κεφάλι. «Δεν υπάρχει λόγος. Τα νεύρα μου θα είναι.»

Την επόμενη μέρα, με τον Καζ και τον Μπουόρον να ιππεύουν στα πλευρά της άμαξας, η ομάδα ξεκίνησε ξανά. Η ασημένια δράκαινα υψώθηκε στον αέρα. Προς το παρόν όμως θα τους οδηγούσε ο Μπουόρον, που ήταν περισσότερο εξοικειωμένος με την περιοχή.

Έφτασαν στους δασότοπους και ο Χούμα σφίχτηκε. Από ψηλά ήταν συχνά αδύνατο να δει τι υπήρχε κάτω από τις κορυφές των δέντρων. Και το χειρότερο, εξαιτίας των όπλων, οι σύντροφοί του θα ήταν αναγκασμένοι να ακολουθούν όποιο μονοπάτι έβρισκαν μέσα στο δάσος.

Τόσο πολύ προσπαθούσε ο Χούμα να διατηρεί οπτική επαφή με τους συντρόφους του που παραμελούσε τη δική του ασφάλεια. Αλλά και η ασημένια δράκαινα μόλις και μετά βίας είδε τη γραμμή ψηλά στον ουρανό.

Ο Χούμα σφίχτηκε στη σέλα καθώς κάτι νύχια, μακριά μισό μέτρο, κόντεψαν παρά τρίχα να τον ρίξουν από τη ράχη της τεράστιας συντρόφισσάς του.

Μια τσιρίδα, άγρια, απειλητική και θανάσιμη, έσκισε τον αέρα. Για μια στιγμή το οπτικό πεδίο του Χούμα καλύφτηκε από έναν τεράστιο κόκκινο δράκο, πριν η δική του, η ασημένια, βουτήξει πιο κοντά στις κορυφές των δέντρων. Ο Χούμα έριξε μια γοργή ματιά προς τα πάνω. Ήταν δυο οι δράκοι, άλικοι και οι δυο τους.

Ο Χούμα φώναξε τις διαταγές του και η ασημένια δράκαινα δε δίστασε. Έκανε στροφή και σηκώθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να αντιμετωπίσει τους επιτιθέμενους. Ο Χούμα κράτησε γερά τη Δρακολόγχη.

Και οι δυο δράκοι είχαν αναβάτες και το μυαλό του ιππότη κατέγραψε αμέσως ότι φορούσαν τις εβένινες πανοπλίες της Μαύρης Φρουράς. Οι δυο κόκκινοι στράφηκαν καταπάνω τους και κάθε άλλη σκέψη χάθηκε.

Ο Χούμα χτύπησε τον αριστερό ώμο της δράκαινας κι εκείνη γύρισε αμέσως εναντίον του πρώτου κόκκινου.

Η λόγχη διαπέρασε το τρομερό άλικο πλάσμα τόσο ξαφνικά, που η ασημένια δράκαινα δεν πρόλαβε να τραβηχτεί εγκαίρως και παραλίγο να παρασυρθεί στο έδαφος μαζί του. Ο αναβάτης του νεκρού κολοσσού πρόλαβε να επιχειρήσει ένα χτύπημα κατά του Χούμα και ύστερα, καθώς ο δεύτερος τραβούσε πίσω τη λόγχη του, έπεσε βολίδα στο δάσος, παλεύοντας απεγνωσμένα.

Ο δεύτερος δράκος, που πετούσε ψηλότερα από το σημείο που έγινε η σύντομη μονομαχία, βούτηξε και προσπάθησε να ρίξει αναβάτη και λόγχη από την πλάτη της ασημένιας δράκαινας. Εκείνη, κερδίζοντας ήδη ύψος, αύξησε την ταχύτητά της. Το κόκκινο τέρας, αντί να πέσει πάνω στο υποτιθέμενο θύμα του, σταμάτησε μπερδεμένο λίγα μονάχα μέτρα μπροστά από τους αντιπάλους του.

Ο αναβάτης του κάτι φώναξε. Ο εχθρικός δράκος προσπάθησε να συνεχίσει την κάθοδό του, αλλά δίστασε ελάχιστα περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Δυστυχώς, η λόγχη δεν κατάφερε να διαπεράσει παρά μόνο την επιδερμίδα του. Όμως η ασημένια δράκαινα έσκισε με τα νύχια της την αριστερή φτερούγα του κακόβουλου πλάσματος καθώς το προσπερνούσε.

Ο Φρουρός στην πλάτη του δράκου γύρισε και κατέβασε τη σπάθα του στη δράκαινα, καταφέρνοντάς της ένα γερό χτύπημα πάνω στο ρύγχος. Το σπαθί την έκοψε βαθιά. Ο Μαύρος Φρουρός δεν ήταν τόσο αδαής όσο είχαν φανταστεί ο Χούμα και η δράκαινά του.

Ο κόκκινος δράκος απομακρύνθηκε άτσαλα, πληγωμένος βαριά στη φτερούγα. Έκανε όμως απότομα μεταβολή και επιτέθηκε ξανά.

Εκείνη τη στιγμή άλλοι δύο δράκοι ξεπρόβαλαν από τα σύννεφα. Ο ένας ήταν κόκκινος, ο άλλος ήταν τεράστιος –μεγαλύτερος από τους κόκκινους– και μαύρος σαν το κάρβουνο.