Ο μαύρος δράκος ούρλιαξε αγριεμένος – όχι στον Χούμα και τη συντρόφισσά του, αλλά στον πληγωμένο κόκκινο. Εκείνος τον αγνόησε, απορροφημένος από τη μανία της εκδίκησης.
Προς γενική κατάπληξη, ο μαύρος δράκος –και ήταν πράγματι ο Τσαρ, ο Χούμα τον αναγνώρισε επιτέλους– έφτυσε ένα τρομερό υγρό. Ο αναβάτης του κόκκινου μόλις που πρόλαβε να το δει.
Το υγρό τύλιξε δράκο και αναβάτη μαζί. Έγιναν μια φλεγόμενη μάζα και ο Χούμα έμεινε εμβρόντητος. Οξύ. Η εκδικητική μανία του Τσαρ ήταν τέτοια που κατέστρεψε τους άλλους δύο. Ήθελε την ασημένια δράκαινα και τον αναβάτη της για τις πληγές που είχαν καταφέρει στον ίδιο και στον αφέντη του, τον Κράινους. Τα απομεινάρια του κόκκινου δράκου και του Φρουρού γκρεμίστηκαν στη γη.
Ο μοναδικός κόκκινος δράκος με τον αναβάτη του παρέμειναν αποτραβηγμένοι καθώς ο Τσαρ και η ψηλή φιγούρα που τον ίππευε, ο πολέμαρχος Κράινους, στράφηκαν ενάντια στο ζευγάρι που τους είχε ταπεινώσει. Ο Χούμα κατάλαβε ότι αυτή τη φορά η μάχη δε θα τελείωνε παρά μόνο με τον ένα από τους δύο νεκρό.
Ο Χούμα διακινδύνεψε μια ματιά κάτω. Όπως το είχε φοβηθεί, σκούρες, αρματωμένες μορφές διακρίνονταν στα πιο αραιά σημεία του δάσους. Κι άλλοι Μαύροι Φρουροί. Δεν έβλεπε ούτε ίχνος από την άμαξα και τους συντρόφους του και προσευχήθηκε μέσα του να τα βγάλουν πέρα. Ο ίδιος είχε να αντιμετωπίσει περισσότερα απ’ όσα άντεχε.
Λες και διάβασε τη σκέψη του, ο Τσαρ όρμησε καταπάνω τους.
«Ετοιμάσου, Χούμα» φώναξε η ασημένια δράκαινα. «Αν μπορέσω, θέλω να δοκιμάσω ένα-δυο κόλπα, αλλά η Δρακολόγχη είναι το καλύτερο όπλο μας για να νικήσουμε αυτό το σίχαμα μια και καλή.»
Οι δυο δράκοι πάλεψαν για την υπεροχή. Όλο και ψηλότερα ανέβαιναν στον ουρανό, χωρίς κανείς τους να κερδίσει το πλεονέκτημα. Ο Χούμα ένιωσε την ασημένια δράκαινα να δονείται, παίρνοντας βαθιά ανάσα. Άρχισε να κουράζεται; αναρωτήθηκε. Ο Τσαρ το ένιωσε και σχεδόν χαμογέλασε θριαμβευτικά.
Ξαφνικά η συντρόφισσα του Χούμα εξαπόλυσε ένα σύννεφο ομίχλης που τύλιξε το μπροστινό μέρος του Τσαρ. Ο μαύρος κοκάλωσε στον αέρα και άρχισε να πέφτει στη γη.
«Χούμα!» φώναξε τραχιά η ασημένια δράκαινα. «Δεν τον χτύπησα στα ίσια και έχει τρομερή θέληση. Πρέπει να του επιτεθούμε πριν συνέλθει από την παράλυση.»
Καθώς μιλούσε, έκοψε ταχύτητα για να βουτήξει. Ο Χούμα άρπαξε με το ένα του χέρι τη σέλα και τη Δρακολόγχη με το άλλο, σφίγγοντας με τα δυο του πόδια το λαιμό της συντρόφισσάς του. Αν δεν την είχε ιππεύσει ξανά κι αν δεν είχε περάσει από τόσες δοκιμασίες, θα είχε σίγουρα λιποθυμήσει από ώρα.
Καθώς βουτούσαν, ο Χούμα είδε το μαύρο να ξαναπαίρνει αργά ζωή. Ο Τσαρ επιβράδυνε κιόλας την πτώση του. Πάνω του ο Κράινους χτυπιόταν και κράδαινε το πολεμικό του τσεκούρι και έδειχνε τον ιππότη και την ασημένια δράκαινα από πάνω τους. Αυτή τη φορά οι δυο δράκοντες όρμησαν ο ένας στον άλλο και πολέμησαν με μανία.
Η Δρακολόγχη κάρφωσε τον κακόβουλο δράκο στον ώμο. Το αίμα έτρεξε ποτάμι από την πληγή.
Τα δυο τεράστια κεφάλια στρέφονταν εξακολουθητικά το ένα εναντίον του άλλου και οι αναβάτες πλησίασαν μεταξύ τους για να χτυπηθούν. Ο Χούμα δεν μπορούσε να τραβήξει το σπαθί του εξαιτίας του βάρους της λόγχης. Ο Κράινους κατέβασε με δύναμη το διπλό τσεκούρι του, χάνοντας παρά τρίχα την κορυφή της περικεφαλαίας του ιππότη.
Οι δυο δράκοντες ήταν γεμάτοι αίματα και δεν ήταν εύκολο να καταλάβεις ποιος υπέφερε περισσότερο. Οι λαιμοί και των δύο είχαν δεκάδες κοψίματα, δαγκωματιές και νυχιές. Ο μαύρος δράκος είχε ένα σκίσιμο στο στήθος, αλλά είχε καταφέρει να σκίσει κι εκείνος ένα μέρος της μεμβράνης του αριστερού φτερού της ασημένιας.
Η πληγή του ώμου του και το προηγούμενο τραύμα του φτερού του άρχιζαν να προδίδουν τον Τσαρ. Χαμήλωσε λιγάκι και η ασημένια δράκαινα κατέφερε να του κάνει μερικά βαθιά σκισίματα στο πλάι του λαιμού. Άλλη μια φορά, η Δρακολόγχη βυθίστηκε στον ώμου του.
Απελπισμένος, ο μαύρος πήρε βαθιά ανάσα και ο Χούμα, φοβούμενος ότι η συντρόφισσά του δεν το είχε προσέξει, την κλότσησε άγρια με τις φτέρνες. Είτε χάρη στην προειδοποίηση του ιππότη είτε όχι, άρπαξε με το ρύγχος της το ρύγχος του Τσαρ, κλείνοντάς το σφιχτά με τα σαγόνια της. Το οξύ που ετοιμαζόταν να εξαπολύσει ο μαύρος βρήκε το δρόμο κλειστό και γύρισε πίσω. Ο δράκος τρεμούλιασε και σείστηκε από την ασφυξία και το κάψιμο.
Μανιασμένος από τον τραυματισμό του, κάρφωσε βαθιά τα νύχια του στον κορμό της ασημένιας. Ο Τσαρ σταμάτησε να πετάει και ολόκληρο το κορμί του άρχισε να συστρέφεται από το οξύ και την έλλειψη οξυγόνου. Και οι τέσσερις μονομάχοι βρέθηκαν να πέφτουν.
«Τα φτερά μου θα μας επιβραδύνουν, αλλά και πάλι η σύγκρουση θα είναι άγρια!» φώναξε η ασημένια δράκαινα. «Αν μπορέσω, θα γυρίσω από κάτω σου σαν μαξιλάρι.»