Στο μεταξύ ο Κράινους δε φαινόταν να νοιάζεται για την πτώση. Ακόμα και εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να φτάσει τον Χούμα ή τη δράκαινα. Ο αέρας τον εμπόδιζε όμως κι ο πολέμαρχος είτε από το θυμό του είτε γιατί τρελάθηκε έφυγε από τη σέλα και ξαφνικά βρέθηκε να απομακρύνεται από την υπόλοιπη ομάδα.
Ούτε καν φώναξε.
Ο Χούμα κοίταξε τη μορφή που χανόταν, μη πιστεύοντας την τρέλα του μαύρου πολέμαρχου.
Τα δέντρα ήρθαν καταπάνω τους. Ξαφνικά τα νύχια του Τσαρ χαλάρωσαν και η ασημένια δράκαινα μπόρεσε –επιτέλους– να λευτερωθεί.
Όμως ήταν πια αργά. Έπεσαν στις κορυφές των δέντρων με τρομερή ορμή.
Κεφαλαίο 23
Όταν ξύπνησε, ο Χούμα ένιωσε και το τελευταίο χιλιοστό του κορμιού του μωλωπισμένο, αλλά κατά τ’ άλλα ήταν ακέραιος.
Σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε την ολοκληρωτική καταστροφή. Η πτώση δύο τρομακτικών όγκων σαν τους δράκους ήταν αρκετή για να ισοπεδώσει όλα τα δέντρα της περιοχής γύρω τους.
Στη μια μεριά κειτόταν η ακίνητη μορφή του Τσαρ με το λαιμό σπασμένο. Το τρομακτικό κεφάλι είχε ακόμα ένα ανάποδο χαμόγελο όλο δόντια. Τα φονικά νύχια σημάδευαν μάταια τον ουρανό.
Δεν υπήρχε ίχνος της ασημένιας δράκαινας, αν και ένα μέρος τουλάχιστον από το χυμένο αίμα πρέπει να ήταν δικό της. Πρέπει να είχε μετακινηθεί μόνη της, αλλά πού;
Και πού ήταν οι σύντροφοί του; Ο Χούμα δεν άκουγε κανένα ήχο και είχε χάσει τον προσανατολισμό του.
Η Δρακολόγχη και η σέλα κείτονταν παραδίπλα, εκεί που υποτίθεται πως είχε πέσει η ασημένια δράκαινα. Η Δρακολόγχη φεγγοβολούσε ακόμα και ο Χούμα ένιωσε λίγο καλύτερα και μόνο που την έβλεπε. Απόμεναν ένας τουλάχιστον εχθρικός δράκος με έναν αναβάτη. Πού ήταν όμως;
Δεν μπορούσε να μεταφέρει εύκολα τη λόγχη στους ώμους του. Ήταν πάνω από δύο φορές το μπόι του. Μοναδική του δυνατότητα ήταν να τη σύρει. Πέρασε λίγο σκοινί γύρω από το φυλακτήρα, το έδεσε και το πέρασε πάνω από το κεφάλι του και το ένα του χέρι. Με το ελεύθερο χέρι του κρατούσε το σπαθί του, που είχε επιζήσει από την πτώση.
Το τράβηγμα της λόγχης αποδείχτηκε δύσκολο και ο Χούμα ένιωθε ήδη την καταστροφή να πλησιάζει, πριν βρει τη λόγχη του σε μια ρίζα δέντρου που προεξείχε. Ο ιππότης ακούμπησε κάτω τη λόγχη και άρχισε να περιστρέφει το μακρύ όπλο. Η λόγχη λευτερώθηκε ξαφνικά και ο Χούμα έπεσε πάνω στον κορμό του δέντρου. Οι μελανιές του κορμιού του τον έκαναν να ουρλιάξει από τον πόνο και πέρασε πάνω από ένα λεπτό της ώρας πριν μπορέσει να ανασηκωθεί και να συγκεντρώσει τη σκέψη του. Το πρώτο που έκανε ήταν να απλώσει το χέρι στη λεπίδα του. Η σκέψη του αποδείχτηκε εξαίρετη.
Το βαρύ τσεκούρι χτύπησε το δέντρο ακριβώς στο σημείο όπου ήταν προηγουμένως ο λαιμός του.
Ο Χούμα βούτηξε με το κεφάλι αρπάζοντας το σπαθί του και προσπάθησε να ξεμπλεχτεί. Προς μεγάλη του έκπληξη, δεν ακολούθησε άλλη επίθεση. Αντίθετα, ο επιτιθέμενος ξέσπασε σε γέλια.
«Με την ησυχία σου, Ιππότη της Σολάμνια. Ο χρόνος δε θα σε βοηθήσει σε τίποτα.»
Ο Χούμα πέταξε κάτω το σκοινί. Έσφιξε το σπαθί του. Σήκωσε τα μάτια για να κοιτάξει τον αντίπαλό του και κούνησε το κεφάλι του, μη πιστεύοντας τα μάτια του. Δεν μπορεί, κάποιο κόλπο ήταν!
Ο πολέμαρχος Κράινους τραβούσε αδιάφορα το πολεμικό του τσεκούρι από τον κορμό του δέντρου που παραλίγο να κόψει στα δύο. Η απλή εβένινη πανοπλία του ήταν γεμάτη χτυπήματα και χώματα, αλλά ο ίδιος φαινόταν μια χαρά. Το πρόσωπό του ήταν πάντα κρυμμένο πίσω από την προσωπίδα της περικεφαλαίας του. Αλλά τα μάτια του έλαμπαν παγερά, γαλάζια.
Η ψηλή, δυσοίωνη μορφή δεν έπρεπε να ζει.
Ο Κράινους έκανε ένα βήμα μπροστά. «Χαίρομαι που επέζησες, Χούμα, Ιππότη του Στέμματος» σφύριξε με τη βαριά του φωνή. «Στάθηκες τυχερός τη μέρα που συναντηθήκαμε στον ουρανό πάνω από την ουδέτερη ζώνη. Κανονικά θα έπρεπε να σου είχα κλαδέψει το κεφάλι. Αυτή η τυχαία νίκη σου δε θα έπρεπε να είχε συμβεί ποτέ – και δεν την ξέχασα.»
Η βαριά μπότα του πολέμαρχου έπεσε στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου και τον έκοψε σαν μαχαίρι. «Είμαι ο σπουδαιότερος από τους διοικητές της κολασμένης της μεγαλειότητας. Αν δεν ήμουν εγώ, θα είχε χάσει τον πόλεμο από καιρό.»
«Άλλα ακούσα εγώ» τόλμησε να πει ο Χούμα. «Μερικοί λένε ότι ο σπουδαιότερος είναι ο Γκάλαν Ντράκος.»
Ο Κράινους έδωσε μια δοκιμαστική τσεκουριά με το διπλό του τσεκούρι. «Είναι χρήσιμος, αλλά απεχθάνομαι την αφοσίωσή του.» Ο πολέμαρχος σώπασε και άλλαξε θέμα. «Εκείνη η επίθεσή σου ήταν καθαρά θέμα τύχης. Όπως είπα και πριν, δεν έπρεπε να συμβεί.»
«Γιατί;»
«Θα το δεις και μόνος σου, αν είσαι τυχερός.» Ο πολέμαρχος όρμησε στον Χούμα.