Выбрать главу

Ο Χούμα έσκυψε ν’ αποφύγει την πρώτη τσεκουριά και ο πέλεκυς χτύπησε ένα άλλο δέντρο. Με απίστευτη δύναμη ο πολέμαρχος γύρισε να επιτεθεί ξανά. Έδωσε μια τσεκουριά που πέρασε σφυρίζοντας πάνω από το κεφάλι του ιππότη, αναγκάζοντάς τον να υποχωρήσει.

Αυτή τη φορά ο Χούμα βρήκε ένα άνοιγμα και τίναξε ίσια το σπαθί του, αλλά αστόχησε και το όπλο γλίστρησε πάνω στο θώρακα του διοικητή. Ο Κράινους γέλασε και ανανέωσε την άγρια επίθεσή του. Ο Χούμα όλο και υποχωρούσε παραπατώντας στην προσπάθειά του να αποφύγει τη συνεχιζόμενη επίθεση.

Ξέφυγε από το τσεκούρι και πάλι για λίγους πόντους. Αυτή τη φορά όμως ο πολέμαρχος δεν είχε λογαριάσει σωστά και η λαβή του τσεκουριού χτύπησε με δύναμη πάνω σ’ ένα δέντρο και του έφυγε από τα χέρια. Παίζοντάς τα όλα για όλα, ο Χούμα όρμησε. Αυτή τη φορά δεν έκανε λάθος στην επίθεσή του. Το σπαθί τινάχτηκε προς τα πάνω και βρήκε τον Κράινους στο απροστάτευτο σημείο του λαιμού του. Η λεπίδα του Χούμα δε σταμάτησε παρά μόνο όταν βρήκε το πίσω μέρος της περικεφαλαίας του. Η μαυροντυμένη φιγούρα τραβήχτηκε παραπατώντας και προσπαθώντας να πάρει μαζί της και το όπλο του αντιπάλου της. Ο πολέμαρχος ταλαντεύτηκε, άφησε το τσεκούρι του να πέσει και τρέκλισε. Έπεσε στα τέσσερα με επιθανάτιο ρόγχο.

Ύστερα αυτός ο ήχος έγινε κάτι πιο οικείο – και τρομακτικό. Ενώ ο Χούμα τον κοίταζε μαγεμένος, ο Κράινους σηκώθηκε αργά όρθιος, γύρισε προς το μέρος του και χαμογέλασε.

Η θανάσιμη πληγή στο λαιμό του πολέμαρχου δεν ήταν παρά μια απλή ουλή. Εκείνος φαινόταν… περήφανος.

«Δε γίνεται να πεθάνω, Ιππότη της Σολάμνια. Γιατρεύομαι στη στιγμή. Είμαι, όπως σου είπα, ο μεγαλύτερος πολεμιστής που είχε ποτέ η κυρά μου. Ο θάνατός μου θα ήταν τρομερό χτύπημα για εκείνη. Γι’ αυτό απαίτησα από τον Γκάλαν Ντράκος να με προστατέψει. Στην αρχή η προσπάθειά του είχε μερική μονάχα επιτυχία – και παραλίγο να μετάνιωνα αιώνια. Αυτό εξηγεί και την προηγούμενη σύντομη μονομαχία μας. Οι άντρες μου θα σε σκότωναν, αλλά σε ήθελα για τον εαυτό μου και δε θα τολμούσαν να παραβούν τις επιθυμίες μου. Σε ήθελα γι’ αυτό που κόντεψες να κάνεις.»

Το πολεμικό τσεκούρι κατέβηκε ξανά πάνω στον Χούμα. Αυτή τη φορά ο ιππότης είχε στραφεί ολοκληρωτικά στην άμυνα, γιατί πώς να νικήσεις έναν αντίπαλο που γιατρεύεται σχεδόν αυτόματα; Ο Κράινους είχε τη δύναμη πολλών και όμοια αντοχή.

Ο πολέμαρχος κορόιδεψε την προσπάθεια του Χούμα να τον αποφύγει και να μείνει ζωντανός. Ήταν εντελώς απρόσεχτος και πείραζε τον ιππότη με την αθανασία του.

«Περίμενα περισσότερα από σένα, νεαρέ ιππότη. Με απογοητεύεις.»

Ο Χούμα υποχώρησε με την πλάτη σ’ ένα δέντρο. Ο Κράινους του κατέβασε το τσεκούρι φωνάζοντας. Η φονική λεπίδα πέρασε σύρριζα από τον Χούμα, ο οποίος έσκυψε προς τον πολέμαρχο. Πίσω του, ο πέλεκυς έσκισε βαθιά το δέντρο. Οι δύο άντρες έπεσαν μαζί κάτω και άρχισαν να παλεύουν. Ο Χούμα έβλεπε ξεκάθαρα ότι δεν είχε τη δύναμη του πολέμαρχου. Ο Κράινους τον έκανε πέρα και προσπάθησε να τον στραγγαλίσει, αλλά ο Χούμα τον κλότσησε στο γόνατο και τον έκανε να χάσει την ισορροπία του. Σηκώθηκαν και οι δύο όρθιοι, ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο Χούμα είχε ακόμα το σπαθί του. Ο πολέμαρχος ήταν άοπλος.

«Τι περιμένεις;» καυχήθηκε ο μαυροντυμένος πολεμιστής. «Τρύπησέ με. Θα σε σκοτώσω με τα χέρια μου.»

Ο Χούμα προσπάθησε να κερδίσει χρόνο, ενώ το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. «Πώς γίνεται να λειτουργεί ο στρατός σου χωρίς εσένα; Δε φοβάσαι μήπως τα κάνουν θάλασσα;»

Ο Κράινους γέλασε κοφτά. «Ο Ντράκος είναι ικανός διοικητής. Άλλωστε ήρθε ο καιρός να με αντικαταστήσουν. Το μόνο που απομένει είναι το ξεκαθάρισμα αυτών που έχουν μείνει στην περιοχή του Ακροπυργίου του Βίνγκααρντ. Τέτοιες ασήμαντες λεπτομέρειες τις αφήνω στο επιτελείο μου.»

Το πολεμικό τσεκούρι βρισκόταν λίγο πιο πέρα. Ο Χούμα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Αν μπορούσε να το πιάσει…

Ο Κράινους έβγαλε ένα ουρλιαχτό και ρίχτηκε στη λεπίδα του Χούμα. Ο ιππότης άφησε το σπαθί και όρμησε στο τσεκούρι. Οι κινήσεις του πολέμαρχου έγιναν πιο αργές, καθώς προσπαθούσε να βγάλει το σπαθί από το κορμί του. Ο Χούμα σήκωσε το τσεκούρι και στράφηκε ξανά στον αντίπαλό του. Χωρίς τον παραμικρό πόνο, ο πολέμαρχος άρχισε να τραβάει τη λεπίδα από το σώμα του.

Ο Χούμα σήκωσε το τσεκούρι. Ο Κράινους στράφηκε προς το μέρος του.

Η τσεκουριά ήταν δυνατή και το κεφάλι του πολέμαρχου πετάχτηκε στον αέρα μαζί με την περικεφαλαία του. Το κορμί του πολέμαρχου σωριάστηκε στα γόνατα. Ο Χούμα άφησε το τσεκούρι να πέσει αηδιασμένος. Δεν του άρεσαν αυτά.

Το ακέφαλο κορμί σηκώθηκε ξανά όρθιο. Το αίμα στράγγιξε από το πρόσωπο του Χούμα.

Με απόλυτη ακρίβεια, τα χέρια του αποκεφαλισμένου πλάσματος έβγαλαν τη βαριά σπάθα και την πέταξαν πέρα. Ο Χούμα είδε την πληγή να γιατρεύεται μόνη της. Ακόμα και η πανοπλία, σαν δεύτερο δέρμα, επισκευάστηκε κι εκείνη αυτόματα. Ο Χούμα περίμενε το πλάσμα να στραφεί προς το μέρος του, αλλά ήταν σαν να μην υπήρχε, γιατί το ακέφαλο κορμί άρχισε να απομακρύνεται προς το σημείο όπου είχε πέσει το κεφάλι του.