Выбрать главу

Ο Χούμα ήξερε ότι μπορούσε να το βάλει στα πόδια, αλλά ήταν σίγουρος ότι ο πολέμαρχος θα τον ακολουθούσε ακούραστα.

«ΣΑΡΓΚΑΣ!»

Η φωνή ήρθε αποκεί που βρισκόταν ο απέθαντος Κράινους. Ο Χούμα μάζεψε το σπαθί του. Μόνο έναν ήξερε που μπορούσε να φωνάξει κάτι τέτοιο.

Αν ήταν ο Καζ εκεί κοντά, τότε εκεί θα ήταν και οι υπόλοιποι. Και η Δρακολόγχη…

Μα βέβαια!

Ο Χούμα πέρασε μέσα από τα φυλλώματα. Ήταν ο Καζ καβάλα στο άλογό του, με το στόμα ορθάνοιχτο. Οι άλλοι ήταν άφαντοι. Τα μάτια του μινώταυρου γούρλωσαν στη θεά του ακέφαλου Κράινους που πλησίαζε το κομμένο του κεφάλι, το οποίο κουνιόταν και συστρεφόταν λες και ήταν ζωντανό.

«Καζ! Δεν πρέπει να φτάσει στο κεφάλι!»

Ο μινώταυρος σπιρούνισε το άλογό του να προχωρήσει προς αυτό το βδέλυγμα που αυτοαποκαλούνταν Κράινους.

Το πολεμικό άλογο όρμησε μπροστά, μέχρι που βρέθηκε δυο μέτρα από τον ακέφαλο Κράινους, οπότε σταμάτησε απότομα χλιμιντρίζοντας άγρια. Ο Καζ δεν έχασε χρόνο. Πήδησε από το αλαφιασμένο ζώο και άρχισε να τρέχει για να φτάσει πρώτος στο κεφάλι.

Στο μεταξύ ο Χούμα είχε γυρίσει στη Δρακολόγχη. Σήκωσε το κοντάρι της.

«Χούουουμααα!»

Ο Καζ βγήκε ορμητικά από τις φυλλωσιές και παραλίγο να καρφωθεί στη Δρακολόγχη. Στο δεξί του χέρι κρατούσε το τρομακτικό τρόπαιο, που παλλόταν ακόμα από μια απαίσια ζωή. Πίσω από το μινώταυρο ακουγόταν ο θόρυβος κάποιου που ερχόταν ορμητικά προς το μέρος τους.

«Πέτα το!» ο Χούμα του έδειξε το κεφάλι. «Εκεί! Γρήγορα!»

Ο μινώταυρος πέταξε το κεφάλι μπροστά στην αιχμή της Δρακολόγχης, ακριβώς τη στιγμή που φάνηκε ένα γαντοφορεμένο χέρι.

Το ακέφαλο σώμα κοκάλωσε και ύστερα βούτηξε στο πλάι, πριν προλάβουν να το καρφώσουν.

«Το ξέρει!» είπε ρουθουνίζοντας ο μινώταυρος.

Και, ακόμα χειρότερα, καθώς σηκώθηκε το κορμί, στο χέρι του κρατούσε το πεσμένο και ξεχασμένο πολεμικό τσεκούρι.

«Αυτό είναι παράνοια» μουρμούρισε ο Καζ.

«Τι συμβαίνει εδώ;» φώναξε μια καινούρια φωνή.

Ο Χούμα και ο Καζ γύρισαν ταυτόχρονα και είδαν την ασημένια δράκαινα να υψώνεται από πάνω τους. Φαινόταν εξαντλημένη και το ένα της μπροστινό πόδι κρεμόταν παράλυτο, αλλά μέσα της είχε ακόμη πολλή δύναμη.

Πήρε τα μάτια της από τους δυο συντρόφους και κοίταξε το φρικτό πλάσμα. «Είναι;»

Ο σώμα έκανε να πιάσει το κεφάλι του.

«Πάλανταϊν!» φώναξε έκπληκτη η ασημένια δράκαινα. Πήρε απότομα ανάσα τη στιγμή που ο Κράινους άφηνε κάτω το τσεκούρι για να πιάσει το κεφάλι του. Τα χέρια του τέρατος σήκωναν ψηλά το κεφάλι του, όταν η δράκαινα του εξαπόλυσε έναν καταρράκτη από φλόγες.

Η Δρακοφωτιά τύλιξε τον πολέμαρχο. Το κορμί του ταλαντεύτηκε, έπεσε στα γόνατα και κορμός και κεφάλι χάθηκαν μέσα στην καθαρτήρια φωτιά. Μέσα σε δευτερόλεπτα, δε φαινόταν ούτε ίχνος του νεκροζώντανου Κράινους μέσα σ’ αυτή τη μικρογραφία της Κόλασης.

Η ασημένια δράκαινα προσγειώθηκε στο ξέφωτο και ετοιμάστηκε για το δεύτερο χτύπημα. «Αυτό είναι το τέλος του» είπε.

«Στάσου!» φώναξε ο Καζ. Έτρεξε στη φωτιά και άρπαξε το τσεκούρι που είχε γλιτώσει από τις φλόγες. Το έριξε κι αυτό στη φωτιά κι έφυγε τρέχοντας, ενώ το όπλο έσκαζε. Κομματάκια μετάλλου και ξύλου σκόρπισαν στο δάσος. Ο Καζ βλαστήμησε. Ένα κομμάτι μέταλλο τον είχε χτυπήσει στον ώμο.

«Σάρ… θεοί! Ούτε στιγμή δεν μπορώ να σ’ αφήσω μόνο σου, Χούμα!» Οι δύο σύντροφοι σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να ξεσκονίζονται. Στο μεταξύ η ασημένια δράκαινα έσβησε τη φωτιά με μια παγωμένη ανάσα που κρέμασε κρυστάλλους πάγου στα κοντινά κλαδιά.

«Δεν ήξερα ότι κάνεις και τέτοια» της είπε ο Χούμα.

Οι ώμοι της κρέμασαν από την εξάντληση. «Η παγωνιά και η παράλυση είναι από τις συνηθισμένες μας ικανότητες. Τις φλόγες… τις φλόγες τις καταφέρνουν όλοι οι δράκοι εκτός από εκείνους τους δειλούς, του λευκούς, που κατοικούν στον πάγο, αλλά χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και φοβάμαι ότι έχω ξεπεράσει τα όριά μου. Πρέπει να ξεκουραστώ.»

Ο Χούμα τής έγνεψε καταφατικά, με κατανόηση. Ύστερα κοίταξε γύρω του. «Καζ! Πού είναι ο Μπουόρον και ο Μάτζιους; Πού είναι οι Δρακολόγχες;»

«Εκεί που τις άφησα, φαντάζομαι. Όταν είδαμε τους δράκους να πέφτουν πέρα, προσφέρθηκα να προχωρήσω μπροστά για να δω αν ήσουν ακόμα ζωντανός.»

«Δεν τους είδες λοιπόν;»

«Ποιους;»

«Πρέπει να πάμε, γρήγορα!» Ο Χούμα στράφηκε στην ασημένια δράκαινα, αλλά το τεράστιο πλάσμα κειτόταν στη γη. Με τις τόσες πληγές που είχε δεχτεί από τον Τσαρ, την πτώση όπου είχε προστατέψει τον Χούμα και την τρομερή τελευταία της προσπάθεια ενάντια στον αγριεμένο Κράινους, δεν άντεχε άλλο.