Ένας από τους λίγους φρουρούς που είχαν απομείνει φώναξε κάτι κι όλοι βρέθηκαν να υποχωρούν μέσα από την πύλη.
Τα άλογα, τρομαγμένα από τη φασαρία, άρχισαν να προχωρούν ξανά. Ο Χούμα άρπαξε τα γκέμια. Τα άλογα αντέδρασαν, αλλά ο Χούμα άρχισε να τους φωνάζει διαταγές. Ο Καζ, παίζοντάς τα όλα για όλα, στάθηκε όρθιος μπροστά στα άλογα και τους άρπαξε τα χαλινάρια. Με δύναμη ανώτερη από κάθε ανθρώπου, ο μινώταυρος τα κράτησε ακίνητα. Εκείνα πάλεψαν λίγο ακόμα, αλλά τελικά υποτάχθηκαν. Ο Χούμα κατέρρευσε στο κάθισμα του οδηγού κι έγνεψε στον Καζ ευχαριστώντας τον.
Η πύλη εξαφανίστηκε.
Ένα βογκητό ακούστηκε από το πίσω μέρος της άμαξας. Ο Χούμα αναπήδησε με το σπαθί έτοιμο, για να νιώσει ένα οδυνηρό τσούξιμο στο αριστερό του πόδι. Το κοίταξε και είδε ένα μεγάλο σκίσιμο που πρέπει να προκλήθηκε από κάποια βαριά σπάθα κατά τη διάρκεια της συμπλοκής.
Πρώτος έφτασε στη μορφή που βογκούσε ο Καζ. Ήταν ο Μπουόρον, που κειτόταν ο μισός κάτω από την άμαξα. Το αριστερό του χέρι ήταν γεμάτο αίματα και στο πρόσωπό του είχε μια χαρακιά. Το αίμα της πληγής του προσώπου του τον είχε προσωρινά τυφλώσει.
«Είσαι χτυπημένος βαριά;» τον ρώτησε ο Χούμα.
«Τα μάτια μου με τσούζουν και φοβάμαι ότι κανένας γλύπτης δε θα με θέλει για μοντέλο του, αλλά ο μόνος αληθινός πόνος είναι του χεριού μου. Ευτυχώς που δεν είναι το δεξί μου. Φοβάμαι ότι θα είναι άχρηστο για κάποιο διάστημα.» Ενώ μιλούσε ο Μπουόρον, ο Καζ είχε κιόλας πιάσει δουλειά περιποιούμενος τις πληγές του. Ο ίδιος ήταν γεμάτος μικρές πληγές, αλλά δεν έδειχνε να νοιάζεται για τον εαυτό του.
Ο Χούμα έγνεψε καταφατικά και προχώρησε αργά, κουτσαίνοντας, στο μπροστινό μέρος της άμαξας. Κοίταξε την άλλη πλευρά και κοκάλωσε.
Ο Μάτζιους! Πού ήταν ο μάγος; Αγνοώντας τον πόνο του, ο Χούμα κατέβηκε από την άμαξα κι έψαξε ανάμεσα στους νεκρούς. Όλοι τους φορούσαν τα μαύρα της Τακίσις και των διοικητών της. Οι λίγοι που είχαν πέσει θύματα της δύναμης του μάγου διακρίνονταν εύκολα. Ο ίδιος ο Μάτζιους ήταν άφαντος.
Κοντά στο δάσος ο Χούμα είδε ένα μικρό ραβδί πεσμένο ανάμεσα στα σκόρπια απομεινάρια των εχθρών. Πήγε κοντά και το πήρε στα χέρια του.
Το ραβδί τρεμούλιασε και ο Χούμα παραλίγο να το ρίξει κάτω από το ξάφνιασμα. Η έκπληξή του έγινε θαυμασμός βλέποντάς το να μεγαλώνει και να μεγαλώνει, μέχρι που τον πέρασε στο μπόι. Ήταν το ραβδί του Μάτζιους. Ο μάγος δεν πήγαινε πουθενά χωρίς το ραβδί του.
Ήταν πεσμένο ακριβώς κάτω από το σημείο όπου είχε ανοίξει η πύλη.
Ο Μάτζιους βρισκόταν στα χέρια του Γκάλαν Ντράκος.
Κεφαλαίο 24
«Δεν ξέρουμε αν τον πήραν στ’ αλήθεια, Χούμα, αλλά ακόμα κι αν είναι αιχμάλωτος του Γκάλαν Ντράκος, είναι αδύνατο να τον ελευθερώσουμε. Θα τον κρατούν στο κάστρο του ίδιου του αποστάτη» του επισήμανε για εκατοστή φορά ο Καζ.
«Η μεγαλύτερη ελπίδα μας είναι να παραδώσουμε τις Δρακολόγχες στο Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ και στο Μεγάλο Μάγιστρο» πρόσθεσε ο Μπουόρον.
Ο Χούμα έγνεψε καταφατικά. Είχαν κι οι δυο τους δίκιο, το ήξερε, αλλά η ανικανότητά του να προστατέψει τον Μάτζιους, που τον ήξερε σ’ όλη του τη ζωή, τον κατέτρυχε.
Πλέον οδηγούσε την άμαξα ο Μπουόρον, με το πληγωμένο του χέρι κρεμασμένο. Ο Χούμα καθόταν με τις λόγχες, προσέχοντας τα νώτα τους. Η ασημένια δράκαινα είχε προσφερθεί να πάει στους δικούς της για βοήθεια και ο Χούμα είχε συμφωνήσει αμέσως.
Με τον Κράινους σκοτωμένο και τους φρουρούς τους σκόρπιους, οι τρεις σύντροφοι ήταν προς το παρόν ασφαλείς. Στην πραγματικότητα όμως ένα μέρος του Χούμα αποζητούσε ένα καινούριο ξεκαθάρισμα.
Οι επόμενες μέρες πέρασαν χωρίς απρόοπτα, ενώ οι σύντροφοι προχωρούσαν προς τη Σολάμνια και το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Κάποιες φορές ο Χούμα ξυπνούσε από τις φωνές των ντρέντγουλφ –ήταν σίγουρος ότι ήταν εκείνοι–, αλλά δεν τους προξένησαν το παραμικρό.
Όλο αυτό το διάστημα η ασημένια δράκαινα δεν είχε επιστρέψει. Κανείς δεν έδινε κάποια εξήγηση γι’ αυτό, αν και συμφωνούσαν κι οι τρεις τους πως είχε να κάνει με το όλο και αυξανόμενο πλήθος του στρατού της δρακοβασίλισσας. Ο Χούμα θυμήθηκε τα λόγια του Κράινους, ότι οι Ιππότες της Σολάμνια είχαν ουσιαστικά ηττηθεί και ότι σύντομα θα έπεφτε και το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ. Όσο κι αν ήθελε να μην τα πιστέψει, αυτά τα λόγια του φαίνονταν πολύ αληθινά.
Στο μεταξύ είχαν φτάσει πέρα, στα βορειοδυτικά του Κάεργκοθ. Ο Χούμα θυμήθηκε τον διοικητή του Έργκοθ, τον Άρχοντα Γκάι Έιβοντεϊλ κι ευχήθηκε να περάσουν από την περιοχή χωρίς να τον βρουν μπροστά τους. Ύστερα από την ξαφνική αναχώρησή του, ο Χούμα δεν ήταν καθόλου σίγουρος για το πώς θα τον υποδεχόταν ο άρχοντας. Ούτε και ήξερε με βεβαιότητα τι θα έκαναν οι κάτοικοι του Έργκοθ μόλις έβλεπαν τις Δρακολόγχες. Μπορούσαν μια χαρά να τις κατάσχουν.