Выбрать главу

Οι τρεις σύντροφοι προχωρούσαν γρήγορα σε σχέση με τις συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά –και πάλι– ο Χούμα αδημονούσε. Η κακοβουλία της Τακίσις κατάπινε τα πάντα και ο Χούμα ένιωθε ανήμπορος.

Διέσχιζαν πλέον τις πεδιάδες. Αυτό θα συνεχιζόταν για μεγάλο μέρος του ταξιδιού τους. Αν και διευκόλυνε την πορεία τους, τους παρείχε μηδαμινή κάλυψη.

Κατά το μεσημέρι, μόνο δυο μέρες δρόμο από τα σύνορα, είδαν μια μεγάλη περίπολο, πολύ μακριά για να την αναγνωρίσουν. Ήταν όμως προφανές ότι και η περίπολος τους είχε δει, γιατί οι στρατιώτες στράφηκαν προς το μέρος τους κι άνοιξαν το βήμα τους.

Ο Καζ τράβηξε το πολεμικό του τσεκούρι. Ο Χούμα πήδησε από το πίσω μέρος της άμαξας και τράβηξε τη λεπίδα του από το θηκάρι. Ο Μπουόρον παρέμεινε στην άμαξα, αλλά έβγαλε το σπαθί του και περίμενε την περίπολο να πλησιάσει.

Ο γενειοφόρος ιππότης ήταν ο πρώτος που τους αναγνώρισε. Γύρισε στον Χούμα. «Πολίτες του Έργκοθ» του είπε «τμήμα του στρατού του Βορρά, θα έλεγα.»

Δεν υπήρχε τρόπος να τους ξεφύγουν. Πώς θα αντιδρούσαν οι κάτοικοι του Έργκοθ στη θέα ενός πελεκυφόρου μινώταυρου και δύο ιπποτών ενός τάγματος υπεύθυνου σε μεγάλο βαθμό για την παρακμή της κάποτε πανίσχυρης Αυτοκρατορίας του Έργκοθ;

Πλησιάζοντας, ο περιπολάρχης σήκωσε το χέρι του. Άντρας με πλατύ στέρνο, σχεδόν χοντρός, με αραιά, γκρίζα μαλλιά, τους κοίταξε έναν-έναν προσεκτικά, με το βλέμμα του να μένει περισσότερη ώρα στον Καζ που –παρά τη φύση του– έκανε ό,τι μπορούσε για να μη φαίνεται απειλητικός. Κατά τη γνώμη του Χούμα, ο μινώταυρος είχε αποτύχει πανηγυρικά.

Ο Ιππότης του Έργκοθ μίλησε πρώτα στον Μπουόρον. «Από τα φυλάκια του Βορρά δεν είσαι;»

«Ναι.» Οι δύο ιππότες σφίχτηκαν. Έκοβε το μάτι του περιπολάρχη.

«Ο σύντροφός σου, ο ιππότης, όχι;»

Απάντησε ο Χούμα. «Άρχοντά μου, είμαι ο Ιππότης Χούμα του Τάγματος του Στέμματος.»

«Μάλιστα» είπε ο Ιππότης του Έργκοθ με ενδιαφέρον ίσο με αυτό που θα έδειχνε αν του ανακοίνωνες ότι σας πεδιάδες φυτρώνει χορτάρι. Έδειξε τον Καζ. «Κι αυτός; Από πού ήρθε; Έχω ακούσει φήμες…»

«Εγώ» είπε περήφανα ο μινώταυρος «είμαι ο Καζ. Αποστάτησα από τους πρώην αφέντες μου και τώρα είμαι σύντροφος του Χούμα, του πιο ευγενικού και γενναίου ιππότη.»

Τα λόγια του μπορεί να προκαλούσαν το χαμόγελο των κατοίκων του Έργκοθ αν δεν έβλεπαν τη σκοτεινή του ματιά και δεν καταλάβαιναν ότι εννοούσε και την τελευταία του λέξη.

«Είμαι επίσης και μινώταυρος, μην το ξεχνάμε.»

«Μάλιστα.» Ο περιπολάρχης άλλαξε θέση πάνω στη σέλα. Το λουρί έτριξε. Γύρισε στον Χούμα. «Είμαι ο Φάραν και, μολονότι δεν έχουμε ξανασυναντηθεί, εγώ και οι άντρες μου έχουμε αποσπαστεί σ’ έναν παλιό γνωστό σου, τον Άρχοντα Γκάι Έιβοντεϊλ.»

Ο Χούμα δεν μπόρεσε να μείνει απαθής.

«Τον θυμάσαι, βλέπω. Μου ζήτησε να σε συνοδέψω κοντά του και δε θα δεχτώ καμία αντίρρηση.»

Ο Χούμα κοίταξε τους δυο συντρόφους του. Η περίπολος ήταν πολυπληθής και είχε και κάμποσους τοξότες. Η αντίσταση θα ήταν ανοησία. Όσο ζούσαν υπήρχε ελπίδα. «Δεχόμαστε με χαρά τη συνοδεία σας.»

Ο Φάραν χαμογέλασε. «Το φαντάστηκα.» Κούνησε το χέρι του και η περίπολος χωρίστηκε στα δύο, βάζοντας την άμαξα στη μέση. Δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγουν. «Έχουμε μια μέρα δρόμο μπροστά μας, γι’ αυτό λέω να μη χάνουμε άλλο πολύτιμο χρόνο.»

«Οφείλω να παραδεχτώ ότι η ξαφνική σου απουσία εκείνη τη νύχτα με εξέπληξε, Χούμα» του έλεγε την επόμενη μέρα ο Άρχοντας Γκάι Έιβοντεϊλ. Οι τρεις σύντροφοι κάθονταν μονάχοι μπροστά στο διοικητή, στη σκηνή του.

«Σου εξήγησα τις περιστάσεις.»

«Ναι, όντως.» Ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ ακούμπησε κάτω την κούπα του. Τους είχαν προσφέρει και κρασί, αλλά κανείς τους δεν το είχε δεχτεί. «Θα έπρεπε να το περιμένω, το παραδέχομαι, αλλά όταν ανακαλύψαμε εκείνη τη φωλιά της πανούκλας, θα χαιρόμουν πολύ αν είχα τη βοήθεια του μάγου.»

Ο Καζ σηκώθηκε αγριεμένος. «Καθόμαστε εδώ πέρα τρεις ώρες τώρα, από τις οποίες τις δύο τις χάσαμε περιμένοντας εσένα, διοικητή. Την τελευταία μία ώρα δε μας λες τίποτε άλλο παρά κούφιες κοσμικότητες και παλιές ειδήσεις! Πόσο θα κρατήσει αυτό; Θα μας αφήσεις να πάμε στη Σολάμνια με τις λόγχες;»

Δυο φρουροί έτρεξαν στη σκηνή, αλλά ο διοικητής τούς έγνεψε να φύγουν. Ο Χούμα πρόσεξε ότι δε βγήκαν από τη σκηνή.

Ο άρχοντας ακούμπησε κάτω την κούπα του. «Τις τρεις τελευταίες ώρες και ολόκληρη την περασμένη νύχτα βασανίζω το μυαλό μου για το τι να σας κάνω, εσάς και τα όπλα σας. Η απάντηση στην τελευταία σου ερώτηση είναι “ναι, μπορείτε να περάσετε μαζί με τις λόγχες. Για ποιο λόγο να τις παραδώσω στον αυτοκράτορα; Θα τις κρεμάσει κι αυτές σε κάποιο τοίχο του παλατιού του μαζί με τα τελευταία του τρόπαια, παρά τα όσα μπορούν να κάνουν για ολόκληρο το Άνσαλον.”»