Ο Χούμα και ο Έιβοντεϊλ κοιτάχτηκαν. «Εκτός από μερικούς ρομαντικούς παλικαράδες, οι υπόλοιποι είμαστε αρκετά ρεαλιστές για να παραδεχτούμε την αλήθεια. Δεν πολεμάμε πια για τον αυτοκράτορα. Πολεμάμε για το Έργκοθ, την πατρίδα μας, τις οικογένειές μας. Αυτό έχει τελικά σημασία. Οι αυτοκράτορες έρχονται και παρέρχονται, αλλά ο λαός παραμένει. Αυτό κάποια στιγμή το ξεχάσαμε κι ένα μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας αποφάσισε ότι ήταν καλύτερα χωρίς εμάς – αλλά αυτά τα ξέρεις, φαντάζομαι.»
«Τότε» είπε ο Χούμα «αν λες αλήθεια, γιατί μας κρατάτε εδώ;»
«Δε σας κρατάμε. Περιμένουμε.»
«Τι περιμένετε;»
Ένα κέρας ανήγγειλε μια άφιξη. Ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ σηκώθηκε χαμογελώντας με νόημα. «Νομίζω πως αυτοί είναι. Ελάτε μαζί μου, σας παρακαλώ.»
Σηκώθηκαν και τον ακολούθησαν. Δυο φρουροί έρχονταν ξοπίσω τους.
Όταν πρωτομπήκαν στο στρατόπεδο, το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ο Χούμα ήταν ο τεράστιος κενός χώρος μπροστά στη σκηνή του διοικητή. Τότε είχε αναρωτηθεί τι σκοπό εξυπηρετούσε αυτό, όπως απορούσε ακόμα πώς ο Έιβοντεϊλ είχε μάθει που βρίσκονταν ή ακόμα και ότι έρχονταν. Πλέον καταλάβαινε.
Η πρώτη που προσγειώθηκε ήταν η ίδια η ασημένια δράκαινα. Φαινόταν ολότελα γιατρεμένη και μάλιστα χαιρέτησε τον Χούμα με τέτοιο ενθουσιασμό που τον συγκίνησε.
«Συγνώμη για την καθυστέρηση, Χούμα, αλλά το να βρω βοήθεια αποδείχτηκε δυσκολότερο απ’ όσο περίμενα. Τους βρήκα όμως!»
Άλλοι δυο ασημένιοι δράκοι προσγειώθηκαν, ένας θηλυκός και ένας αρσενικός. Η δράκαινα τους σύστησε σαν αδέρφια της και χαιρέτησαν κι οι δυο τους τον Χούμα με σοβαρότητα, αναμετρώντας τον με το βλέμμα. Εκείνος τους ανταπόδωσε το χαιρετισμό με κάποια αμηχανία.
Ο τελευταίος που έφτασε ήταν ένας δράκος με χρώμα μπρούτζινο, λιγάκι μικρότερος από τους υπόλοιπους. Ό,τι όμως του έλειπε σε μέγεθος το κέρδιζε σε μυς και ταχύτητα. Οι άνθρωποι του είχαν δώσει το παρατσούκλι Κεραυνός και ήταν περήφανος γι’ αυτό. Επιτέλους, σκέφτηκε ο Χούμα, ο Καζ βρήκε μια αδερφή ψυχή.
«Τέσσερις-πέντε λόγχες για τον καθένα μας δε θα είναι πρόβλημα» είπε η ασημένια δράκαινα στον Χούμα.
«Η σέλα…» άρχισε ο Χούμα.
«Έβαλα κάποιον ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό» τον έκοψε ο Έιβοντεϊλ. «Έχουμε τέσσερις σέλες, που θα σας φτάσουν. Σας βεβαιώνω ότι θα αντέξουν μια χαρά τις δυσκολίες που σας περιμένουν.»
«Το καλό που τους θέλω» μουρμούρισε ο Καζ.
«Τέσσερις, είπες» είπε ο Χούμα. «Εμείς είμαστε τρεις, χωρίς τον Μάτζιους. Εκτός κι αν σκέφτεσαι…»
«Κάθε άλλο!» Ο διοικητής του Έργκοθ κοίταξε τον Χούμα ίσια στα μάτια. «Στο όνομα του Πάλανταϊν και ολόκληρου του Άνσαλον, σου απαγορεύω να ρίξεις τον εαυτό σου στα χέρια του αποστάτη σε μια μάταιη προσπάθεια να σώσεις το μάγο! Εσύ ο ίδιος είπες πόσο σημαντικές είναι οι Δρακολόγχες για το μέλλον όλων μας. Αν χαραμίσεις τη ζωή σου, μας καταδικάζεις να εκπληρώσουμε τα μαύρα όνειρα της δρακοβασίλισσας!»
Μέσα του ο Χούμα ντράπηκε για την ανακούφιση που ένιωσε στο άκουσμα των λόγων του Έιβοντεϊλ. Ένα μέρος του εαυτού του ήθελε να σώσει το σύντροφό του, ενώ ένα άλλο τού έλεγε να σωθεί ο ίδιος. Ο Χούμα ήταν διχασμένος.
«Και ποιος θα είναι ο τέταρτος λοιπόν;»
«Εγώ.»
«Εσύ;» ρουθούνισε κοροϊδευτικά ο Καζ. «Έχουν τρελαθεί λοιπόν όλοι οι διοικητές σ’ αυτό τον κόσμο;»
«Ο Φάραν είναι παραπάνω από ικανός να αναλάβει το ρόλο μου» είπε ψυχρά ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ. «Παρά την αντιπάθειά του για τη Σολάμνια, είναι ρεαλιστής. Δε θα κάνει τίποτα που να ταράξει τα πράγματα. Κανέναν δεν εμπιστεύομαι περισσότερο.»
«Και τι θα πει ο αυτοκράτοράς σου;» ρώτησε ο Μπουόρον, που μέχρι τότε παρακολουθούσε σιωπηλός.
«Αυτό μπορεί να μου το πει αν επιζήσω. Όπως σας είπα, εγώ πολεμάω για το Έργκοθ. Δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν εξέθετα κάποιον άλλο σε τέτοιο θανάσιμο κίνδυνο – κι ας ξέρω πως θα υπήρχαν πολλοί εθελοντές. Κάποιος πρέπει να έρθει μαζί σας ως αντιπρόσωπος του Έργκοθ στο Μεγάλο σας Μάγιστρο κι αυτός μπορώ θαυμάσια να είμαι εγώ.»
Ο Χούμα συμφώνησε, αν και με μεγάλο δισταγμό. Προς το παρόν ήταν στα χέρια του Έιβοντεϊλ. Δεν είχαν άλλη επιλογή –και ο διοικητής θα ήταν πολύ καλός σύντροφος, σκέφτηκε τελικά.
Συμφώνησαν να ιππεύσει ξανά ο Χούμα την ασημένια δράκαινα, ενώ ο Μπουόρον και ο Έιβοντεϊλ θα έπαιρναν αντίστοιχα το νεότερο αρσενικό και το θηλυκό. Έτσι ο Καζ θα έπαιρνε τον ευερέθιστο Κεραυνό. Όπως το περίμενε ο Χούμα, ο μινώταυρος και ο μπρούτζινος δράκος αποδέχτηκαν ο ένας τον άλλο σαν παλιοί στρατιώτες. Μοναδικός του φόβος ήταν ότι αυτοί οι δύο θα ορμούσαν από μόνοι τους στον εχθρό, πράγμα που εκμυστηρεύτηκε στην ασημένια δράκαινα.