Выбрать главу

«Και οι υπόλοιποι τι λέτε;»

Οι άλλοι δε διαφώνησαν. Θεωρώντας το ως κατάφαση, ο αρσενικός έκανε μια πλήρη περιστροφή και άρχισε να παίρνει ύψος. Με τον Μπουόρον σφιγμένο πάνω του, ο αρσενικός άρχισε να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα, μέχρι που χάθηκε μέσα στο στρώμα των νεφών. Πέρασαν κάμποσα λεπτά της ώρας και οι υπόλοιποι περίμεναν γεμάτοι αγωνία. Ύστερα ο Χούμα είδε μια μορφή να ξεπροβάλλει από τα σύννεφα.

Ο Μπουόρον ήταν μάλλον χλομός, αλλά κατά τ’ άλλα φαινόταν μια χαρά. Ο δράκος του φαινόταν μαγεμένος. «Δίκιο είχα. Είναι τόσο συνηθισμένο με τα μυαλά που είναι προσκολλημένα στη γη. Η έρευνά του φτάνει μονάχα μέχρι το στρώμα των νεφών. Στο βαθμό που τον αφορά, πιο πάνω δεν υπάρχει τίποτα.»

«Γιατί να μην το σκεφτώ εγώ;» παραπονέθηκε ο Κεραυνός.

«Ούτε εσύ ούτε εγώ το σκεφτήκαμε» σχολίασε η δράκαινα του Χούμα. «Τώρα που το ακούω, εκπλήσσομαι. Είχα ξεχάσει πόσο στενόμυαλοι είναι μερικοί άνθρωποι. Τώρα που το ξέρουμε όμως, ας κάνουμε γρήγορα.»

Οι υπόλοιποι ακολούθησαν τον Χούμα και τη συντρόφισσά του προς τον ουρανό, ώσπου διαπέρασαν τα σύννεφα και βγήκαν από πάνω τους. Αποκεί υπολόγισαν τη θέση τους σε σχέση με το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ και συνέχισαν το ταξίδι τους.

Οι δράκοι συνέχισαν να πετούν ολόκληρη τη νύχτα, ενώ οι αναβάτες τους κοιμούνταν. Ο Χούμα ξύπνησε από το θόρυβο που έκανε ο Καζ, ο οποίος τσακωνόταν με ένα από τα ερπετόμορφα πλάσματα σχετικά με την ανάγκη του να προσγειωθούν πριν μουδιάσει ολότελα – είτε γινόταν πόλεμος είτε όχι. Οι ίδιοι οι δράκοι ήταν ολοφάνερα κουρασμένοι κι έτοιμοι να προσγειωθούν για να δουν ξανά που βρίσκονταν.

Πρώτος ο Κεραυνός και ύστερα οι υπόλοιποι άρχισαν να κατεβαίνουν διαγράφοντας κύκλους. Ο μπρούτζινος δράκος χάθηκε μέσα στη μεταξένια, λευκή θάλασσα, ακολουθούμενος από την άλλη θηλυκιά. Ο Χούμα και η ασημένια δρακόντισσα ακολούθησαν αμέσως μετά.

Η δροσερή ομίχλη τούς τύλιξε και ο Χούμα δεν έβλεπε ούτε το κεφάλι της δράκαινας. Από κάτω τους ακούστηκε ένας δυνατός βρόντος και το πρώτο που σκέφτηκε ο Χούμα ήταν ότι έμπαιναν σε κάποια τρομερή καταιγίδα. Τότε, ξαφνικά, βρέθηκαν έξω από το κάλυμμα των νεφών και…

…μέσα στο χάος.

Είχαν υποθέσει, εσφαλμένα, ότι είχαν περάσει τις εχθρικές γραμμές. Το μυαλό του Χούμα σαρώθηκε από φρικτούς εφιάλτες στη συνειδητοποίηση του πόσο στενά πολιορκούνταν το Ακροπύργιο. Η μάχη μαινόταν παντού.

Άνθρωποι και ογκρ συγκρούονταν με μανία. Στα μάτια του Χούμα φαινόταν λες και ολόκληρος ο τόπος από κάτω του ήταν σπαρμένος με νεκρούς κι ετοιμοθάνατους. Και οι δύο πλευρές προχωρούσαν και υποχωρούσαν ταυτόχρονα, ανάλογα με το πώς το έβλεπες. Ήταν χάος. Οι δράκοι της Τακίσις βουτούσαν εξακολουθητικά, χτυπώντας με ίση μανία τόσο τις τσακισμένες παρατάξεις των ιπποτών όσο και όποια ογκρ, συμμάχους της, είχαν την ατυχία να βρίσκονται κοντά τους. Υπήρχαν δράκοι χρυσοί, ασημένιοι, μπρούτζινοι και χάλκινοι, αλλά φαίνονταν να υστερούν πάντοτε αριθμητικά. Και, ακόμα χειρότερα, παντού βασίλευε μια αίσθηση κακόβουλης δύναμης που το θάρρος των καλών δράκων δεν μπορούσε να καταβάλει. Ακόμα κι εκεί ψηλά, μακριά από τη μάχη, ο Χούμα ένιωσε την απογοήτευση και την παραίτηση να πλημμυρίζουν την καρδιά του.

«Η Τακίσις είναι εδώ στον Κριν» μουρμούρισε η συντρόφισσα του Χούμα «και ταΐζει τα ξαδέρφια μας με τη δύναμή της, παγώνοντας το μυαλό των εχθρών της. Δεν περίμενα ότι θα διατηρούσε τόση δύναμη στο θνητό επίπεδο. Λες και ήταν εδώ πριν από εμάς!»

Έτσι ήταν. Η παρουσία της δρακοβασίλισσας ήταν καταλυτική. Ο Χούμα ρίγησε από το κρύο που απειλούσε να του μουδιάσει το μυαλό περισσότερο κι από το κορμί. Πώς να πολεμήσεις μια θεά;

«Χούμα, εκεί πάνω. Το βλέπεις;»

Το βλέμμα του ακολούθησε το κεφάλι της δράκαινας και, αφού σκούπισε κάμποσες φορές τα μάτια του, αναγνώρισε το μικροσκοπικό αντικείμενο που διακρινόταν στον ορίζοντα.

«Το Ακροπύργιο του Βίνγκααρντ!» φώναξε ο Καζ από μπροστά. Το έβλεπαν όλοι πια – και η μάχη φαινόταν να σκεπάζει κάθε σπιθαμή εδάφους μέχρι τα τείχη του.

Ο Άρχοντας Έιβοντεϊλ έβγαλε μια φωνή κι έδειξε στα δεξιά τους. Ένας χρυσός δράκος πολεμούσε με δύο κόκκινους. Η μάχη ήταν άγρια και ήταν κι οι τρεις τους πληγωμένοι. Όταν έγινε φανερό ότι ο χρυσός θα έχανε, ο Κεραυνός δεν περίμενε άλλο. Με τον Καζ έτοιμο με τη Δρακολόγχη του, οι δυο σύντροφοι μπήκαν στη μάχη.

Ξαφνικά έβλεπες παντού δράκους – και οι περισσότεροι ήταν εχθροί. Κάθε σκέψη για φαγητό και ξεκούραση ξεχάστηκε. Δεν υπήρχαν παρά νύχια και δόντια, φωνές και ουρλιαχτά, αίμα και πόνος.

Και οι Δρακολόγχες.

Εκεί οι δράκοι του Σκότους δεν ήξεραν τίποτα για τις λόγχες, ίσως γιατί δεν ήθελε κάτι τέτοιο ο Ντράκος. Ωστόσο σύντομα έμαθαν, καθώς χάνονταν ο ένας μετά τον άλλο καρφωμένοι από τις αιχμές τους. Όταν τις τραβούσες από την πληγή, οι λόγχες ήταν ακηλίδωτες και άθικτες κι έλαμπαν με ένα δικό τους φως.